Thursday 9 February 2012

Τα κενά αέρος των Κυπριακών Αερογραμμών

Η συζήτηση για το μέλλον των Κυπριακών Αερογραμμών κυριαρχεί την επικαιρότητα τις τελευταίες εβδομάδες.

Αφορμή για το σημερινό μου άρθρο είναι μία συνέντευξη της κυρίας Φρέντυ Στίερ, Διευθύντριας Ελλάδας και Κύπρου για την British Airways, η οποία δημοσιεύτηκε στο sigmalive.com, και μία δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου σε σχέση με τη συζήτηση για το μέλλον των Κυπριακών Αερογραμμών. Η διαλεκτική που αναπτύσσεται από τους δύο εκφράζει τις εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις αναφορικά με τις επιδράσεις και τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού. 

Εν προκειμένω, σε ερώτηση του δημοσιογράφου πως επηρεάζει ο αυξανόμενος ανταγωνισμός την British Airways, η κα. Στίερ απάντησε ότι «η British Airways πάντα καλωσορίζει τον ανταγωνισμό γιατί πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο υγιής ανταγωνισμός ωφελεί όλους τους εμπλεκόμενους, την αγορά και το επιβατικό κοινό, τις εταιρείες που έχουν δραστηριότητες και την άνθιση του τόπου. Οι παροχές και οι υπηρεσίες που προσφέρει η British Airways είναι υψηλών προδιαγραφών και ο ανταγωνισμός μας ωθεί να γίνουμε ακόμη καλύτερη εταιρεία». 

Σε διαφορετικό μήκος κύματος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μετά την συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου στις 8/2 δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «o έντονος ανταγωνισμός επέτεινε τα προβλήματα [των Κυπριακών Αερογραμμών] που έγιναν ακόμη πιο πιεστικά μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης».

Τώρα ας συγκρίνουμε τις δυο δηλώσεις. Η κα. Στίερ αντιλαμβάνεται τον ανταγωνισμό ως κάτι θετικό και έχει την σταθερή πεποίθηση ότι ο έντονος ανταγωνισμός είναι προς όφελος όλων των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένης και της British Airways, αφού λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για βελτίωση των υπηρεσιών της και επιβολή πειθαρχίας ώστε να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική. Από την άλλη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει μία αρνητική προδιάθεση για τον ανταγωνισμό. Θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός είναι κάτι που δημιουργεί ή εντείνει προβλήματα και ως εκ τούτου είναι επιβλαβής για τις ΚΑ (και κατά επέκταση τους καταναλωτές). Φοβάται όπως ο διάβολος το λιβάνι τον ανταγωνισμό διότι προφανώς ο ανταγωνισμός, ως μέτρο σύγκρισης, απογυμνώνει την ρεμούλα, την σήψη και την κακοδιαχείριση του ίδιου του κράτους!. Σε αντίθεση με την κα. Στίερ για τον κυβερνητικό εκπρόσωπο (και συνεπώς την κυβέρνηση) ο ανταγωνισμός δεν αποτελεί ευκαιρία εξορθολογισμού, περιορισμού της σπατάλης, επινόησης νέων καινοτόμων μεθόδων μάρκετινγκ και βελτίωσης της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών. Αντιθέτως, αντιλαμβάνεται τον εντεινόμενο ανταγωνισμό να είναι ένα διαβρωτικό στοιχείο το οποίο δημιουργεί ή οξύνει προβλήματα. Και ποια είναι αυτά τα προβλήματα; Προφανώς οι τεράστιες ζημιές αρκετών δεκάδων εκ. ευρώ που πραγματοποίησαν οι ΚΑ για το 2011!. 

Από μία επισκόπηση των λογαριασμών των Κυπριακών Αερογραμμών εύκολα διαπιστώνεται ότι η εταιρεία έχει θλιβερές οικονομικές επιδόσεις αφού πραγματοποιεί διαχρονικά ζημίες. Με εξαίρεση κάποια έτη στα οποία με διάφορες αλχημείες και λογιστικά μαγειρέματα παρουσίασε κέρδη, είτε λόγω πώλησης περιουσιακών στοιχείων (αεροπλάνων) είτε λόγω λήψης κρατικής ενίσχυσης. 

Τον Μάρτη του 2006 η κυβέρνηση υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έγκριση το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης των Κυπριακών Αερογραμμών. Το εν λόγω σχέδιο, που αφορούσε ουσιαστικά την παροχή κυβερνητικής εγγύησης για τη σύναψη από τις ΚΑ μεσοπρόθεσμου δανεισμού ύψους 78 εκ ευρώ, έτυχε έγκρισης τον Νοέμβριο του 2007 (βλ. Υπόθεση C10/2006). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένας από τους όρους της εγκριτικής απόφασης ήταν ότι οι ΚΑ και η Eurocypria (που μέχρι τότε ήταν θυγατρική των ΚΑ) θα λειτουργούσαν σε πλήρη ανταγωνιστική βάση. Διότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με εξαιρετική διορατικότητα προέβλεψε την κατάληξη των ΚΑ εάν η εταιρεία δεν άρχιζε να λειτουργεί ανταγωνιστικά. 

Η κρατική ενίσχυση που δόθηκε στις προβληματικές ΚΑ με το εν λόγω σχέδιο αναδιάρθρωσης εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι ήταν παράνομη αφού δεν εξασφάλισε την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της εταιρείας. Όπως βεβαίως παράνομη ήταν και η κρατική ενίσχυση των 35 εκ. ευρώ προς την Eurocypria για την κάλυψη των εξόδων της πολυτελούς κηδείας της!.

Το 2010 οι ΚΑ έλαβαν κρατική ενίσχυση επιπρόσθετων 20 εκ. ευρώ από το κράτος. Αυτό έγινε με το πρόσχημα της αποζημίωσης που αφορούσε το επιπλέον κόστος σε καύσιμα και ώρες πτήσεων (για τα έτη 2004-2010) που υφίστανται λόγω του εμπάργκο της Τουρκίας σε υπερπτήσεις κυπριακών αεροσκαφών στον εναέριο της χώρο. 


Τα προβλήματα των ΚΑ δεν είναι καινούρια. Έχουν συσσωρευτεί εδώ και μερικές δεκαετίες λόγω:
  • ανεπαρκών διοικήσεων χωρίς όραμα, διορατικότητα και γνώσεις, διοριζόμενες με πολιτικο- κομματικά κριτήρια, και υποταγμένες στο μολυσμένο πελατειακό σύστημα, 
  • λήψης αποφάσεων σε πολιτικό αντί σε διοικητικό και επιχειρηματικό επίπεδο, 
  • αναξιοκρατίας, νεποτισμού, και ρουσφετολογικών προσλήψεων και προαγωγών με κομματικές παρεμβάσεις και ντιρεκτίβες, 
  • διατήρησης υπερβάλλοντος αριθμού εργαζομένων που δεν δικαιολογείται από το μέγεθός της εταιρείας και τα θεμελιώδη οικονομικά της, 
  • προσφοράς μη ανταγωνιστικού μισθολογίου (και άλλων προκλητικών ωφελημάτων), σε πιλότους και αεροσυνοδούς, υπερδιπλάσιου από αυτού που προσφέρεται σε άλλες ανταγωνιστικές αερογραμμές, 
  • κακοδιαχείρισης που οδήγησε αναπόφευκτα σε σπατάλες και λανθασμένες αποφάσεις π.χ. Hellas Jet, διατήρηση διαφορετικών τύπων αεροσκαφών με συνέπεια το αυξημένο κόστος συντήρησης και εκπαίδευσης του προσωπικού, αγορά λανθασμένου τύπου αεροσκαφών (Α330) που δεν εξυπηρετούσαν τα επιχειρηματικά πλάνα της εταιρείας και δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς γενικότερα, 
  • προσοδοθηρικές και μη παραγωγικές δραστηριότητες όπως π.χ. χρηματοδότηση ή σπονσάρισμα εκδηλώσεων με πολιτικό περιεχόμενο, 
  • διατήρηση μη ορθολογικού πτητικού προγράμματος, 
  • σύναψη ασύμφορων και υποβέλτιστων συμβολαίων ενοικίασης αεροσκαφών. 
Tα πιο πάνω συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία μίας υδροκέφαλης εταιρείας με τεράστια ανταγωνιστικά ελλείμματα η οποία για δεκαετίες συγκάλυπτε την ανεπάρκεια της κάτω από το πέπλο του νομικού μονοπωλίου που διατηρούσε (και της εκμετάλλευσης των αφορολογήτων ειδών). Λύδια λίθος της επιβίωσης των ΚΑ μέχρι σήμερα είναι οι κρατικές ενισχύσεις με τη συνεπακόλουθη αφαίμαξη των κρατικών ταμείων.

Οι ΚΑ απέτυχαν παταγωδώς να αξιοποιήσουν το σχέδιο αναδιάρθρωσης τους για να ισορροπήσουν και να ισοσκελίσουν τα λογιστικά τους βιβλία. Συνέχισαν να έχουν φθίνουσα πορεία και μάλιστα με αυξανόμενη κλίση. Ως νομοτελειακή εξέλιξη τα προβλήματα έγιναν εντονότερα. Εσφαλμένα εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι μπορούσαν να συνεχίσουν να αρμέγουν τα κρατικά ταμεία. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να επιβιώσουν δίχως να μάθουν να ανταγωνίζονται επι ίσοις όροις στη βάση μόνον των ανταγωνιστικών τους πλεονεκτημάτων. Υποτίμησαν τον ανταγωνισμό. Καταχράστηκαν την μονοπωλιακή θέση τους για να σταματήσουν εν τη γενέσει του τον εκκολαπτόμενο ανταγωνισμό (βλέπε αποφάσεις ΕΠΑ αρ. 11/2004 και 16/2006). Δεν αντιλήφθηκαν ότι η εταιρεία ήταν συνδεδεμένη με τον αναπνευστήρα και ότι το μόνο που κατάφερναν με τον ετσιθελισμό τους είναι να αγοράζουν οξυγόνο για να επιμηκύνουν πρόσκαιρα το χρόνο ζωής τους. 

Αντίβαρο στα κενά αέρος των ΚΑ θα μπορούσε να είναι ο Έφορος Κρατικών Ενισχύσεων. Ως γνήσιος υπάλληλος της Κυβέρνησης ωστόσο ο Έφορος δεν αντιστάθηκε όλα αυτά τα χρόνια στις παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Προτίμησε να έχει περιθωριακό ρόλο και περιορίστηκε σε σενάρια εργασίας και συμβουλές. 

Με αυτές τις σκέψεις θεωρώ ελάσσονος σημασίας την ευθυγράμμιση και συμφωνία όλων των πολιτικών κομμάτων και των λοιπών εμπλεκομένων για την εξεύρεση στρατηγικού επενδυτή για τις ΚΑ. Μείζονος σημασίας εξέλιξη θα ήταν αυτοί που λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις να αρχίσουν να σκέφτονται όπως και η κα. Στίερ. Να αντιληφθούν επιτέλους τα οφέλη του ανταγωνισμού!. Και να αρχίσουν κάποιες «ανεξάρτητες» αρχές του κράτους και η δικαιοσύνη να λειτουργούν αποδοτικά προς όφελος της κοινωνίας.

Friday 3 February 2012

Ασφάλιση στεγαστικών δανείων

Ένα από τα θέματα που απασχόλησαν την Βουλή των Αντιπροσώπων αυτή την εβδομάδα ήταν αυτό της πρακτικής της ασφάλισης των στεγαστικών δανείων.

 Η ασφάλιση των στεγαστικών δανείων είναι ένα ασφαλιστικό προϊόν σχεδιασμένο ώστε να καλύπτει το οφειλόμενο χρέος (δηλαδή τις δόσεις που καθίστανται απαιτητές) σε περίπτωση επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ασφαλιζόμενοι κίνδυνοι αφορούν καταστάσεις οι οποίες αποτρέπουν τον δανειολήπτη να εξασφαλίσει εισόδημα με το οποίο να εξυπηρετήσει το χρέος/οφειλές του, π.χ. απώλεια ζωής ή μόνιμη αναπηρία από ασθένεια ή ατύχημα.

Η συζήτηση στη Βουλή του Αντιπροσώπων επικεντρώθηκε στο κατά πόσον το ασφαλιστικό αυτό προϊόν  είναι αναγκαίο ή υποχρεωτικό ή εάν απορρέει από νομική ρύθμιση. Η απάντηση ήταν σαφής. Δεν αποτελεί νομική υποχρέωση, είναι όμως συνήθης πρακτική των τραπεζών και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που προσφέρουν στεγαστικά δάνεια να ασφαλίζουν τους δανειολήπτες, ώστε σε περίπτωση επέλευσης κινδύνου τα δάνεια να εξοφλούνται με ασφαλιστική αποζημίωση. Συγκεκριμένα ο υπουργός οικονομικών κ. Καζαμίας μετέφερε το περιεχόμενο της επιστολής του διευθυντή Τμήματος Εποπτείας και Ρυθμίσεως Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, στην οποία, αναφέρετε, μεταξύ άλλων, ότι: «αποτελεί συνήθη τραπεζική πρακτική η περίληψη στους συμβατικούς όρους χορήγησης στεγαστικών δανείων, της υποχρέωσης σύναψης ασφάλειας ζωής από τον δανειολήπτη και η εκχώρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εν λόγω ασφάλεια σε όφελος της τράπεζας. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση θανάτου του δανειολήπτη, το δάνειο θα μπορεί να εξοφληθεί από την ασφαλιστική αποζημίωση …)».

Προφανώς το εν λόγω ζήτημα για την ασφάλιση των στεγαστικών δανείων αναδύθηκε στην επιφάνεια μετά από παράπονα σε σχέση με τα υψηλά ασφάλιστρα που απαιτούν οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για το συγκεκριμένο προϊόν. Εάν αυτός είναι πράγματι ο λόγος τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν χρειάζεται ή όχι η αγορά του εν λόγω ασφαλιστικού προϊόντος, ταυτόχρονα με την παραχώρηση του στεγαστικού δανείου, αλλά κατά πόσον η τιμολόγηση του είναι δίκαιη και θεμιτή. Με άλλα λόγια το  επίκεντρο του προβληματισμού θα πρέπει να εστιαστεί στο εάν στη συγκεκριμένη σχετική αγορά (προσφορά ασφαλιστικών συμβολαίων κάλυψης στεγαστικών δανείων) υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός ώστε οι καταναλωτές (δανειολήπτες) να μην τυγχάνουν εκμετάλλευσης μέσω της επιβολής υπέρμετρων ασφαλίστρων.

Το ζήτημα της ασφάλισης των δανείων γενικότερα είχε απασχολήσει πρόσφατα και την Επιτροπή Ανταγωνισμού του Ηνωμένου Βασίλειου, από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε κρίσιμα και χρήσιμα διδάγματα. Η εν λόγω Επιτροπή επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι:
  • Η πλειοψηφία των δανειοληπτών στο Ηνωμένο Βασίλειο αγοράζουν το εν λόγω ασφαλιστικό προϊόν από τον πάροχο του δανείου ταυτόχρονα με τη σύναψη της σύμβασης του δανείου.
  • Οι περισσότεροι δανειολήπτες εστιάζουν στο δάνειο και το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΕ) και αγνοούν ή προσπερνούν την ασφάλιση του δανείου.
  • Οι δανειολήπτες θεωρούν ότι αν αγοράσουν το συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν από τον πάροχο του δανείου τότε αυξάνεται και η πιθανότητα έγκρισης του δανείου τους.
  • Πολλοί δανειολήπτες δεν γνωρίζουν καν εάν αγόρασαν ή όχι το εν λόγω ασφαλιστικό προϊόν.
  • Οι πάροχοι των δανείων και των ασφαλιστικών αυτών προϊόντων εκμεταλλεύονται την απουσία ανταγωνισμού και την ανελαστικότητα της ζήτησης και επιβάλλουν  υπερβολικά υψηλά ασφάλιστρα. 
  •  Από τα £3,5 δις αξίας ασφαλιστικών συμβολαίων σε δανειολήπτες των 12 μεγαλύτερων παρόχων το £1,4 δις εκτιμάται ότι είναι υπερβολικό κέρδος.
  • Μέρος των υπέρμετρων κερδών χρησιμοποιείται για επιδότηση άλλων πιστωτικών προϊόντων στα οποία υπάρχει εντονότερος ανταγωνισμός.
  • Ο τρόπος τιμολόγησης του συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος είναι αδιαφανής με αποτέλεσμα να μην επιτρέπει στους δυνητικούς αγοραστές (δανειολήπτες) να συγκρίνουν τα ασφαλιστικά συμβόλαια ανταγωνιστικών παρόχων και να κάνουν τη βέλτιστη επιλογή. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν παρατηρείται αλλαγή παρόχου ασφαλιστικών συμβολαίων δανείων (switching) από τους δανειολήπτες.
  • Η λειτουργία του ανταγωνισμού στη συγκεκριμένη σχετική αγορά καθιστά αδύνατη την είσοδο νέων επιχειρήσεων, ακόμη και εάν προσφέρουν τα ίδια προϊόντα με ισοδύναμη κάλυψη κινδύνων και τα ίδια ασφάλιστρα με τις υφιστάμενες επιχειρήσεις της αγοράς.


Η Επιτροπή Ανταγωνισμού του ΗΒ κατέληξε ότι τα χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης σχετικής αγοράς συνεπάγονται ότι ο ανταγωνισμός είναι ανεπαρκής με δυσμενείς επιδράσεις για τους καταναλωτές (υψηλότερα ασφάλιστρα και λιγότερες επιλογές). Μετά από δημόσια διαβούλευση εξέδωσε διάταγμα με το οποίο, μεταξύ άλλων, απαγορεύει την πώληση ασφαλιστικού συμβολαίου κάλυψης του δανείου από τον πάροχο του δανείου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 7 ημερών από την υπογραφή της δανειακής σύμβασης. Το χρονικό αυτό παράθυρο θα δώσει σύμφωνα με την Επιτροπή τον απαραίτητο χρόνο ώστε οι δανειολήπτες να αποκτήσουν επαρκή πληροφόρηση σε σχέση με το εν λόγω ασφαλιστικό προϊόν και να αναζητήσουν την καλύτερη προσφορά. Περισσότερα για την συγκεκριμένη έρευνα  μπορείτε να βρείτε εδώ.

Είναι αξιοσημείωτο ότι στην συνεδρίαση της Βουλής των Αντιπροσώπων για τη συζήτηση του θέματος της ασφάλισης των στεγαστικών δανείων δεν προσκλήθηκε η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ). Δεν τρέφω την ψευδαίσθηση ότι οι βουλευτές γνωρίζουν τις αρμοδιότητες και την αποστολή της ΕΠΑ. Βεβαίως αυτή η παρατήρηση είναι μία αποκαρδιωτική επιβεβαίωση ότι 22 χρόνια μετά από τη θεσμοθέτηση της ΕΠΑ δεν έχει σφυρηλατηθεί η απαραίτητη κουλτούρα ανταγωνισμού. Από την άλλη η ιστορία της ΕΠΑ με κάνει να αμφιβάλλω κατά πόσον η  παρουσία της στην εν λόγω συνεδρίαση θα προσέφερε κάτι θετικό για τους καταναλωτές, και συγκεκριμένα για τους δανειολήπτες. Αυτό με ανησυχεί περισσότερο!.