Wednesday, 14 March 2012

Παγκόσμια ημέρα καταναλωτή


Η Παγκόσμια Ημέρα Καταναλωτή έχει καθιερωθεί από τον ΟΗΕ σε ανάμνηση της μνημειώδους ομιλίας του αμερικανού προέδρου Τζον Κένεντι στο Κογκρέσο των ΗΠΑ στις 15/3/1962 σε σχέση με τα στοιχειώδη δικαιώματα των καταναλωτών.

Η ημέρα αυτή έχει συμβολικό χαρακτήρα. Αναδεικνύει το καθολικό αίτημα των σύγχρονων κοινωνιών για κοινή ενεργοποίηση και δράση, με σκοπό την αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του καταναλωτή. Ταυτόχρονα υπενθυμίζει τον καίριο ρόλο που διαδραματίζουν οι καταναλωτές στις οικονομίες της αγοράς. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον ο υπεύθυνος, ενημερωμένος και ισχυρός καταναλωτής είναι ο αποτελεσματικότερος ρυθμιστής των τιμών και της ποιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών.

Η Παγκοσμία Ημέρα Καταναλωτή υποδεικνύει επίσης τις υποχρεώσεις της Πολιτείας έναντι των καταναλωτών. Με υπευθυνότητα και αίσθημα κοινωνικής ευθύνης η Πολιτεία θα πρέπει να εργάζεται με τρόπο συστηματικό ώστε να τεθεί φραγμός στα φαινόμενα αισχροκέρδεια, της παραπλανητικής διαφήμισης, της ανεξέλεγκτης χρήσης των τεχνολογιών, τα διατροφικά σκάνδαλα, τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και τις όποιες πρακτικές ασυδοσίας στην αγορά.

Η συλλογική ενεργοποίηση και η σφυρηλάτηση της αρμονικής συνεργασίας των δυνάμεων των καταναλωτών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ενίσχυση της επιρροής των καταναλωτών. Όπως δήλωσε στην διαχρονική ομιλία του ο Τζόν Κένεντι, «Καταναλωτές είμαστε όλοι! Πρόκειται για τη μεγαλύτερη οικονομική μονάδα, η οποία επηρεάζει, αλλά και επηρεάζεται σχεδόν από κάθε δημόσια ή ιδιωτική οικονομική απόφαση. Ο καταναλωτής είναι η μόνη σημαίνουσα οικονομική μονάδα, η οποία δεν είναι αποτελεσματικά οργανωμένη και της οποίας οι απόψεις δεν ακούγονται».

Friday, 2 March 2012

Η αιχμαλωσία της ΡΑΕΚ και η εκμετάλλευση των καταναλωτών από την ΑΗΚ


Σε δηλώσεις του στις 24/2 στο ΡΙΚ ο Γενικός Διευθυντής της ΑΗΚ Δρ. Στυλιανού σημείωσε μεταξύ άλλων ότι οι φουσκωμένοι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος της τελευταίας διμηνίας οφείλονται σε αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων. Επίσης, δήλωσε ότι παρόλο που η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχει ελευθεροποιηθεί ακόμη «δεν υπάρχουν οι συνθήκες που να ευνοούν τον ανταγωνισμό». Αφορμή βεβαίως για τις δηλώσεις του είναι το εντεινόμενο κλίμα αντίδρασης των καταναλωτών σε σχέση με τους αυξημένους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.

Είναι ηλίου φαεινότερων ότι οι δηλώσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο μετακύλισης των ευθυνών για τις υψηλές χρεώσεις σε ώμους άλλων, είτε σε προηγούμενες κυβερνήσεις, είτε στην Βουλή των Αντιπροσώπων, είτε στις διεθνείς τιμές των καυσίμων.

Η ΑΗΚ
Η ΑΗΚ είναι ένας κάθετα ολοκληρωμένος ημικρατικός οργανισμός δημοσίου δικαίου που ιδρύθηκε με βάση τον περί αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμο, Κεφ. 171. Μέχρι την 1/5/2004 κατείχε δημοσιονομικό μονοπώλιο στην παραγωγή, μεταφορά, διανομή και την προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στους καταναλωτές.

Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι διαχρονικά το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΗΚ αποτελείται από άτομα χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις. Ο υφιστάμενος Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΗΚ είναι ο   κ. Χ. Θράσου, αρχιτέκτονας στο επάγγελμα.

Σε αντίθεση με αυτά που δηλώνει στις Ετήσιες Εκθέσεις της, η ΑΗΚ δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει την ασφάλεια και αξιοπιστία στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αφού έχουν καταφέρει να της ανατινάξουν το μεγαλύτερο σταθμό παραγωγής με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να προχωρήσει σε περικοπές ρεύματος σε μία περίοδο αιχμής για τη ζήτηση του ηλεκτρικού ρεύματος. Δεν έχει επιτύχει επίσης να προσφέρει ανταγωνιστικές τιμές, εφόσον ανταγωνισμός δεν υπάρχει, ούτε έχει σεβαστεί το περιβάλλον, εφόσον υποχρεώνεται να αγοράζει επιπρόσθετες μονάδες ρύπων από το ευρωπαϊκό χρηματιστήριο ρύπων μετακυλώντας το κόστος στους καταναλωτές. Τέλος, δεν έχει υποβοηθήσει την ανάπτυξη εφόσον οι χρεώσεις της συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους με αποτέλεσμα να καταπνίγεται η κάθε προοπτική ανάπτυξη.

Ελευθεροποίηση του κλάδου της ενέργειας
Η διαδικασία ελευθεροποίησης του κλάδου ενέργειας ξεκίνησε την 1/5/2004 (σε ποσοστό 35%) με χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσης την 1/1/2014. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ελευθεροποίηση αφορά μόνον την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ευθύνη μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας έχει εκχωρηθεί (σύμφωνα και με την Οδηγία 2003/54/ΕΚ) στον Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς, ο οποίος είναι και ο υπεύθυνος για τον συντονισμό και εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας επί καθημερινής βάσεως. Τόσο το σύστημα μεταφοράς όσο και το σύστημα διανομής ανήκουν ιδιοκτησιακά στην ΑΗΚ. Ωστόσο, η πρόσβαση είναι ελεύθερη στους δυνητικούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, στη βάση της αρχής των ίσων αποστάσεων (arm’s length principle) χωρίς διακρίσεις.

Είναι κρίσιμο να παρατηρηθεί ότι παρόλο που η αγορά έχει ελευθεροποιηθεί σταδιακά από το 2004 ο ανταγωνισμός δεν αναπτύχθηκε, ουσιαστικά ο κλάδος συντήρησε το status quo, με την ΑΗΚ να παραμένει μονοπώλιο στην παραγωγή, μεταφορά, διανομή και πώληση.

Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας
Σε εναρμόνιση με την ευρωπαϊκή Οδηγία 96/92/ΕΟΚ αναφορικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η Βουλή των Αντιπροσώπων θέσπισε στις 25/7/2003 τον περί Ρύθμισης της αγοράς Ηλεκτρισμού νόμο 122(Ι) του 2003. Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου συστάθηκε η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ) η οποία, ως «ανεξάρτητη αρχή», είναι υπεύθυνη για τη ρύθμιση τόσο της αγοράς ηλεκτρισμού όσο και αυτής του φυσικού αερίου. Βασική αποστολή της είναι η διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, η παραχώρηση αδειών για δραστηριοποίηση στον κλάδο του ηλεκτρισμού, ο έλεγχος και έγκριση όλων των χρεώσεων και διατιμήσεων ηλεκτρικής ενέργειας, η προστασία των καταναλωτών και η διασφάλιση της αξιοπιστίας του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο πρώτος Πρόεδρος της ΡΑΕΚ ήταν ο κ. Κ. Ιωάννου, πρώην Γενικός Διευθυντής της ΑΗΚ. Σήμερα ο   κ. Ιωάννου είναι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημόσιας Επιχείρησης Φυσικού Αερίου (ΔΕΦΑ). Στη θέση του Προέδρου της ΡΑΕΚ διορίστηκε ο κ. Γ. Σιαμμάς, επίσης πρώην Γενικός Διευθυντής της ΑΗΚ και πρώην μέλος της ΔΕΦΑ. Στη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου της ΡΑΕΚ σήμερα είναι ο κ. Ηλιόπουλός, επίσης πρώην Διευθυντής της ΑΗΚ.

Τα περαιτέρω σχόλια σε σχέση με την ανεξαρτησία της ΡΑΕΚ είναι περιττά. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Η ΑΗΚ έχει αιχμαλωτίσει πλήρως την ρυθμιστική διαδικασία αφού «ελέγχει» την ΡΑΕΚ αλλά και την ΔΕΦΑ. Η διαπλοκή του ρυθμιστικού φορέα και της ρυθμιζόμενης επιχείρησης με το διορισμό πρώην αξιωματούχων της ΑΗΚ ως μελών της ΡΑΕΚ είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να προβληματίσει ιδιαίτερα. Και δεν είναι καθόλου άσχετο με τα εκθετικά αυξανόμενα τιμολόγια της ΑΗΚ.

Αν κρίνουμε το έργο της ΡΑΕΚ από τις δηλώσεις του κ. Στυλιανού σε σχέση με την ανυπαρξία συνθηκών που να ευνοούν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού τότε, σε αντίθεση με αυτά που αναφέρονται στην ετήσια έκθεση της για το 2010, η ΡΑΕΚ έχει αποτύχει να ενθαρρύνει και να διευκολύνει τον ουσιαστικό ανταγωνισμό στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ο στόχος της για μειωμένες τιμές παραμένει όνειρο απατηλό. Μάλιστα είναι με δικές της αποφάσεις που οι διατιμήσεις της ΑΗΚ αυξήθηκαν δραματικά τα τελευταία χρόνια.

Jacques-Louis David, The Oath of the Horatii, 1974

Αυξήσεις διατιμήσεων ΑΗΚ
Από τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης της ΑΗΚ για το 2010 προκύπτει ότι οι τιμές ανα KWh για τους οικιακούς χρήστες το 2010 ήταν κατά 68,21% υψηλότερες σε σχέση με αυτές του 2001, χωρίς να υπολογίζεται η αύξηση 3% (1,5% για το 2011 και 1,5% για το 2012), οι αυξήσεις λόγω της ρήτρας καυσίμων, και η αύξηση κατά 6,96% λόγω των γνωστών γεγονότων του Μαρί.

Υπάρχει πληθώρα δηλώσεων αξιωματούχων της ΑΗΚ αλλά και άλλων κυβερνητικών παραγόντων, που αναλαμβάνουν τον άχαρο ρόλο να δικαιολογήσουν την ΑΗΚ, ότι οι φουσκωμένοι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος οφείλονται στις αυξημένες τιμές των καυσίμων. 

Πιο κάτω θα απαριθμήσω μερικές από τις αποφάσεις της ΡΑΕΚ σε σχέση με αυξήσεις των διατιμήσεων της ΑΗΚ, που αποδεικνύουν ότι όσα υποστηρίζονται είναι έπεα πτερόεντα και δεν πείθουν.
  • Κατόπιν σχετικού αιτήματος της ΑΗΚ η ΡΑΕΚ έχει εγκρίνει την αύξηση των διατιμήσεων  ηλεκτρικής ενέργειας σε τρείς ισόποσες δόσεις του 1,5% με σταδιακή εφαρμογή με έναρξη της 1/1/2010, παρόλο που ο Πρόεδρος της ΡΑΕΚ δήλωνε καθησυχαστικά ότι η αύξηση δεν αναμένει να ξεπεράσει συνολικά το 2%.
  • Μετά από απόφαση του Υπουργού Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού η ΡΑΕΚ έχει εγκρίνει τη θέσπιση ειδικής διατίμησης για πολύτεκνους και δυσπραγούσες οικογένειες, επιτρέποντας ταυτόχρονα στην ΑΗΚ (και στους άλλους παραγωγούς εάν υπήρχαν ή όταν θα υπάρξουν) αναπροσαρμογή των λοιπών διατιμήσεων της (περίπου 1% αύξηση) ώστε να ανακτηθούν τα απολεσθέντα έσοδα (βλέπε απόφαση ΡΑΕΚ 01/2010).
  • Η ΡΑΕΚ επέτρεψε επίσης στη ΑΗΚ, αφού έκρινε ότι τα δικαιώματα αερίων θερμοκηπίου αποτελούν μέρος των λειτουργικών δαπανών της τελευταία, να αυξήσει περαιτέρω τις διατιμήσεις της ώστε να ανακτήσει το κόστος των ελλειμμάτων δικαιωμάτων θερμοκηπιακών αερίων μέσω των τιμολογίων της.
  • Η ΡΑΕΚ ενέκρινε επίσης την αύξηση πέραν του 20% στο παγίο τέλος/σταθερή επιβάρυνση όλων των πελατών της.
  • Κατόπιν αιτήματος της ΑΗΚ η ΡΑΕΚ επέτρεψε την αύξηση κατά 6,96% των διατιμήσεων της ΑΗΚ (πλέον ΦΠΑ) ώστε η τελευταία να καλύψει μερικώς το αυξημένο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ως αποτέλεσμα του τραγικού γεγονότος στο Μαρί τον Ιούλιο του 2011, για το οποίο οι καταναλωτές της ουδεμία ευθύνη φέρουν. 

ΕΠΑ v. AHK
Η ΑΗΚ, όπως βεβαίως και πολλές άλλες κρατικές επιχειρήσεις, είχε απασχολήσει στο παρελθόν και την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ). Σε αυτεπάγγελτη έρευνα της το 2005 η ΕΠΑ αποφάσισε ότι η ΑΗΚ καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της λόγω επιδότησης ή σταυροειδούς επιδότησης διαφόρων κατηγοριών καταναλωτών έναντι άλλων. Παρόλο που η ΑΗΚ αρχικά αμφισβήτησε την μεθοδολογία που ακολούθησε η ΕΠΑ στη συνέχεια αποδέκτηκε την ύπαρξη σταυροειδούς επιδότησης. Με την απόφαση της αρ.12/2005 η ΕΠΑ επέβαλε πρόστιμο 693.000 ΛΚ.

Βεβαίως το αιτιολογικό της απόφασης είναι διάτρητο και αγγίζει τα όρια του σκανδάλου. Σε αυτή την υπόθεση θα αναφερθώ, όπως έχω σημειώσει σε προηγούμενο άρθρο μου, στη σειρά άρθρων μου για την ΕΠΑ με τίτλο Το παγόβουνο ΕΠΑ. 

Σύγκριση ΑΤΗΚ – ΑΗΚ
Η σύγκριση των δύο κλάδων, τηλεπικοινωνιών και ενέργειας, είναι ενδιαφέρουσα λόγω του ότι και οι δύο κλάδοι ήταν μέχρι πρόσφατα έντονα ρυθμισμένοι και ερμητικά κλειστοί στον ανταγωνισμό. Με την απορρύθμιση του κλάδου των τηλεπικοινωνιών το 2002 εισήλθαν στην αγορά πολλές νέες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται τόσο στην τηλεφωνία (σταθερή και κινητή) όσο και στις συνδέσεις και άλλες υπηρεσίες διαδικτύου. Το εκκολαπτόμενο ανταγωνιστικό περιβάλλον είχε αναμφισβήτητα ευεργετικά αποτελέσματα για τους καταναλωτές π.χ. μειωμένες τιμές/χρεώσεις κλήσεων (εθνικών και υπερεθνικών), νέες σύγχρονες μεθόδους τιμολόγησης, υψηλότερες ταχύτητες πρόσβασης στο διαδίκτυο (οι οποίες ναι μεν ήταν αποτέλεσμα των τεχνολογικών εξελίξεων αλλά αναντίλεκτα ο αδυσώπητος ανταγωνισμός που δημιουργήθηκε επέσπευσε την τεχνολογική αναβάθμιση), καλύτερη εξυπηρέτηση πελατών, και νέες καινοτόμες υπηρεσίες και τηλεπικοινωνιακά προϊόντα. Από την άλλη ο κλάδος της ενέργειας παραμένει όπως ήταν και πριν από την (μερική) απορρύθμιση του, έντονα μονοπωλιακός. Ο ανταγωνισμός στον κλάδο είναι ανύπαρκτος εφόσον καμία επιχείρηση δεν έχει εισέλθει στην αγορά για να ανταγωνιστεί την ΑΗΚ, οι επενδύσεις μηδαμινές, ενώ η επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει επικίνδυνα οριακή ιδιαίτερα μετά τα τραγικά γεγονότα του περασμένου Ιουλίου. Το σπουδαιότερο από όλα, δεικτικό της διαφορετικής εξέλιξης του ανταγωνισμού στους δύο κλάδους, είναι ότι, σε αντίθεση με τις χρεώσεις της ΑΤΗΚ, τα τιμολόγια της ΑΗΚ συνεχώς αυξάνονται. Από τη μία η ΑΤΗΚ πιέζει τον ρυθμιστή τηλεπικοινωνιών (ΓΕΡΗΕΤ) να της επιτρέψει να μειώσει τις χρεώσεις της (προφανώς για να εξοβελίσει τους ανταγωνιστές της), ενώ από την άλλη η ΑΗΚ αιτείται στην ΡΑΕΚ να της επιτρέψει να αυξήσει τις διατιμήσεις της. Αυτή η παρατήρηση συνιστά ίσως την καλύτερη απόδειξη σε σχέση με τα οφέλη που προκύπτουν για τους καταναλωτές από την μεγαλύτερη ένταση του ανταγωνισμού.

Τα οφέλη που θα προκύψουν από τον ανταγωνισμό στην αγορά ενέργειας
Τα οφέλη από τη δημιουργία ενός πραγματικά ανταγωνιστικού περιβάλλοντος στην αγορά ενέργειας θα είναι τεράστια. Ο έντονος ανταγωνισμός θα επιβάλει πειθαρχία ώστε το κόστος να συγκρατηθεί στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο. Θα ενθαρρύνει την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων για βελτίωση της αποδοτικότητας, με πολλαπλασιαστικά ευεργετικά αποτελέσματα στην παραγωγικότητα της οικονομίας, μέσω επιδράσεων ανατροφοδότησης και διάχυσης. Θα περιορίσει τις σπατάλες σε προσοδοθηρικές και άλλες μη παραγωγικές δραστηριότητες. Θα βελτιώσει την ποιότητα και ταχύτητα εξυπηρέτησης των καταναλωτών. Θα διευρύνει τις επιλογές των καταναλωτών, οι οποίοι θα μπορούν να επιλέγουν από ποια επιχείρηση θα αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια. Η ηλεκτρική ενέργεια είναι ένα πλήρως ομοιογενές προϊόν και επομένως οι επιχειρήσεις που θα δραστηριοποιούνται στην αγορά θα επικεντρωθούν στον τιμολογιακό ανταγωνισμό. Ο μονολιθικός τρόπος τιμολόγησης της ΑΗΚ θα εκτοπιστεί και θα αντικατασταθεί από άλλες νέες καινοτομικές μεθόδους τιμολόγησης, προσφέροντας μεγαλύτερη επιλογή στους καταναλωτές. Επιπρόσθετα, ο ανταγωνισμός θα δημιουργήσει πίεση στις διοικήσεις των επιχειρήσεων ώστε να βελτιώσουν τη διοικητική και διαχειριστική αποδοτικότητα τους και να περιορίσουν τις διοικητικές σπατάλες (αναποτελεσματικότητα τύπου Χ). Κρίσιμης σημασίας θα είναι και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, περιορίζοντας το σοβαρό πρόβλημα της ανεργίας.

Τροφή για περαιτέρω προβληματισμό
Η κατάσταση στον κλάδο ενέργειας είναι επί ξυρού ακμής. Θέλω να τονίσω ότι σωστά διαμαρτύρονται οι καταναλωτές για την εκμετάλλευση που τυγχάνουν από την ΑΗΚ. Ωστόσο, ως συνήθως εκτοξεύουν τα βέλη τους σε λάθος στόχο. Η μείωση του ΦΠΑ δεν μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα των υψηλών χρεώσεων της ΑΗΚ. Μπορεί να ελαφρύνει τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος όμως το κράτος θα υποχρεωθεί, ιδιαίτερα σε μία περίοδο ισχνών αγελάδων, να αυξήσει άλλες υφιστάμενες φορολογίες ή να επιβάλει νέες φορολογίες ώστε να ανακτήσει τα απολεσθέντα έσοδα. Αποτέλεσμα θα είναι η πρόκληση ακόμη μεγαλύτερης στρέβλωσης στο ήδη στρεβλό φορολογικό σύστημα.

Είναι ανακριβές επίσης ότι το πρόβλημα θα λυθεί δια μαγείας με την έλευση του φυσικού αερίου. Αν και η έλευση του φυσικού αερίου είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση, από μόνη της δεν είναι ικανή να επιλύσει το πρόβλημα που δημιουργείται με το μονοπώλιο της ΑΗΚ. Η εισαγωγή του φυσικού αερίου θα λειτουργήσει ως καταλύτης μόνον εάν συνδυαστεί με άλλες ενέργειες ώστε να δημιουργηθεί αποτελεσματικός ανταγωνισμός στην αγορά. Για παράδειγμα θα μπορούσαν να πωληθούν οι μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Δεκέλειας και της Μονής σε ιδιώτες, ώστε να δημιουργηθεί το αντίπαλο δέος στο μονοπώλιο της ΑΗΚ. Οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις θα υποχρεωθούν να επενδύσουν σε τεχνολογική αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό των απαρχαιωμένων αυτών μονάδων ώστε να είναι ικανές να ανταγωνίζονται επι ίσοις όροις την ΑΗΚ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Επίσης, το μέγεθος της παραγωγής τους θα ήταν επαρκές ώστε να δραστηριοποιηθούν και στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στους καταναλωτές, τερματίζοντας και εκεί το μονοπώλιο της ΑΗΚ.

Κρίνω όμως ότι το σημαντικότερο από όλα είναι ότι η ΡΑΕΚ θα πρέπει να σταματήσει να συμπεριφέρεται εως να είναι παράρτημα της ΑΗΚ. Η ΡΑΕΚ θα πρέπει να ασκήσει τις κατά νόμο ρυθμιστικές εξουσίες της και να λειτουργήσει ως αντίρροπή δύναμη στο μονοπώλιο της ΑΗΚ προς όφελος του ανταγωνισμού και των καταναλωτών. Το στρεβλό ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας που δυσχεραίνει τις επενδύσεις και αποθαρρύνει την ανάπτυξη ενός πρόσφορου και γόνιμου πεδίου άσκησης ανταγωνισμού. Στις δηλώσεις του στο ΡΙΚ ο κ. Στυλιανού ήταν ξεκάθαρος. Δεν υπάρχουν οι συνθήκες που να ενθαρρύνουν ή να ευνοούν την είσοδο νέων επιχειρήσεων και την ανάπτυξη του ανταγωνισμού.

Με τις πιο πάνω σκέψεις θεωρώ ότι το κράτος θα πρέπει να διαβεί τον Ρουβικώνα και να δώσει μακρόπνοες και μακροχρόνιες λύσεις. Ο κόπρος του Αυγείου που επικρατεί στην αγορά ενέργειας θα πρέπει τάχιστα να καθαριστεί.





Thursday, 9 February 2012

Τα κενά αέρος των Κυπριακών Αερογραμμών

Η συζήτηση για το μέλλον των Κυπριακών Αερογραμμών κυριαρχεί την επικαιρότητα τις τελευταίες εβδομάδες.

Αφορμή για το σημερινό μου άρθρο είναι μία συνέντευξη της κυρίας Φρέντυ Στίερ, Διευθύντριας Ελλάδας και Κύπρου για την British Airways, η οποία δημοσιεύτηκε στο sigmalive.com, και μία δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου σε σχέση με τη συζήτηση για το μέλλον των Κυπριακών Αερογραμμών. Η διαλεκτική που αναπτύσσεται από τους δύο εκφράζει τις εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις αναφορικά με τις επιδράσεις και τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού. 

Εν προκειμένω, σε ερώτηση του δημοσιογράφου πως επηρεάζει ο αυξανόμενος ανταγωνισμός την British Airways, η κα. Στίερ απάντησε ότι «η British Airways πάντα καλωσορίζει τον ανταγωνισμό γιατί πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο υγιής ανταγωνισμός ωφελεί όλους τους εμπλεκόμενους, την αγορά και το επιβατικό κοινό, τις εταιρείες που έχουν δραστηριότητες και την άνθιση του τόπου. Οι παροχές και οι υπηρεσίες που προσφέρει η British Airways είναι υψηλών προδιαγραφών και ο ανταγωνισμός μας ωθεί να γίνουμε ακόμη καλύτερη εταιρεία». 

Σε διαφορετικό μήκος κύματος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μετά την συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου στις 8/2 δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «o έντονος ανταγωνισμός επέτεινε τα προβλήματα [των Κυπριακών Αερογραμμών] που έγιναν ακόμη πιο πιεστικά μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης».

Τώρα ας συγκρίνουμε τις δυο δηλώσεις. Η κα. Στίερ αντιλαμβάνεται τον ανταγωνισμό ως κάτι θετικό και έχει την σταθερή πεποίθηση ότι ο έντονος ανταγωνισμός είναι προς όφελος όλων των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένης και της British Airways, αφού λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για βελτίωση των υπηρεσιών της και επιβολή πειθαρχίας ώστε να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική. Από την άλλη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει μία αρνητική προδιάθεση για τον ανταγωνισμό. Θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός είναι κάτι που δημιουργεί ή εντείνει προβλήματα και ως εκ τούτου είναι επιβλαβής για τις ΚΑ (και κατά επέκταση τους καταναλωτές). Φοβάται όπως ο διάβολος το λιβάνι τον ανταγωνισμό διότι προφανώς ο ανταγωνισμός, ως μέτρο σύγκρισης, απογυμνώνει την ρεμούλα, την σήψη και την κακοδιαχείριση του ίδιου του κράτους!. Σε αντίθεση με την κα. Στίερ για τον κυβερνητικό εκπρόσωπο (και συνεπώς την κυβέρνηση) ο ανταγωνισμός δεν αποτελεί ευκαιρία εξορθολογισμού, περιορισμού της σπατάλης, επινόησης νέων καινοτόμων μεθόδων μάρκετινγκ και βελτίωσης της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών. Αντιθέτως, αντιλαμβάνεται τον εντεινόμενο ανταγωνισμό να είναι ένα διαβρωτικό στοιχείο το οποίο δημιουργεί ή οξύνει προβλήματα. Και ποια είναι αυτά τα προβλήματα; Προφανώς οι τεράστιες ζημιές αρκετών δεκάδων εκ. ευρώ που πραγματοποίησαν οι ΚΑ για το 2011!. 

Από μία επισκόπηση των λογαριασμών των Κυπριακών Αερογραμμών εύκολα διαπιστώνεται ότι η εταιρεία έχει θλιβερές οικονομικές επιδόσεις αφού πραγματοποιεί διαχρονικά ζημίες. Με εξαίρεση κάποια έτη στα οποία με διάφορες αλχημείες και λογιστικά μαγειρέματα παρουσίασε κέρδη, είτε λόγω πώλησης περιουσιακών στοιχείων (αεροπλάνων) είτε λόγω λήψης κρατικής ενίσχυσης. 

Τον Μάρτη του 2006 η κυβέρνηση υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έγκριση το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης των Κυπριακών Αερογραμμών. Το εν λόγω σχέδιο, που αφορούσε ουσιαστικά την παροχή κυβερνητικής εγγύησης για τη σύναψη από τις ΚΑ μεσοπρόθεσμου δανεισμού ύψους 78 εκ ευρώ, έτυχε έγκρισης τον Νοέμβριο του 2007 (βλ. Υπόθεση C10/2006). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένας από τους όρους της εγκριτικής απόφασης ήταν ότι οι ΚΑ και η Eurocypria (που μέχρι τότε ήταν θυγατρική των ΚΑ) θα λειτουργούσαν σε πλήρη ανταγωνιστική βάση. Διότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με εξαιρετική διορατικότητα προέβλεψε την κατάληξη των ΚΑ εάν η εταιρεία δεν άρχιζε να λειτουργεί ανταγωνιστικά. 

Η κρατική ενίσχυση που δόθηκε στις προβληματικές ΚΑ με το εν λόγω σχέδιο αναδιάρθρωσης εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι ήταν παράνομη αφού δεν εξασφάλισε την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της εταιρείας. Όπως βεβαίως παράνομη ήταν και η κρατική ενίσχυση των 35 εκ. ευρώ προς την Eurocypria για την κάλυψη των εξόδων της πολυτελούς κηδείας της!.

Το 2010 οι ΚΑ έλαβαν κρατική ενίσχυση επιπρόσθετων 20 εκ. ευρώ από το κράτος. Αυτό έγινε με το πρόσχημα της αποζημίωσης που αφορούσε το επιπλέον κόστος σε καύσιμα και ώρες πτήσεων (για τα έτη 2004-2010) που υφίστανται λόγω του εμπάργκο της Τουρκίας σε υπερπτήσεις κυπριακών αεροσκαφών στον εναέριο της χώρο. 


Τα προβλήματα των ΚΑ δεν είναι καινούρια. Έχουν συσσωρευτεί εδώ και μερικές δεκαετίες λόγω:
  • ανεπαρκών διοικήσεων χωρίς όραμα, διορατικότητα και γνώσεις, διοριζόμενες με πολιτικο- κομματικά κριτήρια, και υποταγμένες στο μολυσμένο πελατειακό σύστημα, 
  • λήψης αποφάσεων σε πολιτικό αντί σε διοικητικό και επιχειρηματικό επίπεδο, 
  • αναξιοκρατίας, νεποτισμού, και ρουσφετολογικών προσλήψεων και προαγωγών με κομματικές παρεμβάσεις και ντιρεκτίβες, 
  • διατήρησης υπερβάλλοντος αριθμού εργαζομένων που δεν δικαιολογείται από το μέγεθός της εταιρείας και τα θεμελιώδη οικονομικά της, 
  • προσφοράς μη ανταγωνιστικού μισθολογίου (και άλλων προκλητικών ωφελημάτων), σε πιλότους και αεροσυνοδούς, υπερδιπλάσιου από αυτού που προσφέρεται σε άλλες ανταγωνιστικές αερογραμμές, 
  • κακοδιαχείρισης που οδήγησε αναπόφευκτα σε σπατάλες και λανθασμένες αποφάσεις π.χ. Hellas Jet, διατήρηση διαφορετικών τύπων αεροσκαφών με συνέπεια το αυξημένο κόστος συντήρησης και εκπαίδευσης του προσωπικού, αγορά λανθασμένου τύπου αεροσκαφών (Α330) που δεν εξυπηρετούσαν τα επιχειρηματικά πλάνα της εταιρείας και δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς γενικότερα, 
  • προσοδοθηρικές και μη παραγωγικές δραστηριότητες όπως π.χ. χρηματοδότηση ή σπονσάρισμα εκδηλώσεων με πολιτικό περιεχόμενο, 
  • διατήρηση μη ορθολογικού πτητικού προγράμματος, 
  • σύναψη ασύμφορων και υποβέλτιστων συμβολαίων ενοικίασης αεροσκαφών. 
Tα πιο πάνω συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία μίας υδροκέφαλης εταιρείας με τεράστια ανταγωνιστικά ελλείμματα η οποία για δεκαετίες συγκάλυπτε την ανεπάρκεια της κάτω από το πέπλο του νομικού μονοπωλίου που διατηρούσε (και της εκμετάλλευσης των αφορολογήτων ειδών). Λύδια λίθος της επιβίωσης των ΚΑ μέχρι σήμερα είναι οι κρατικές ενισχύσεις με τη συνεπακόλουθη αφαίμαξη των κρατικών ταμείων.

Οι ΚΑ απέτυχαν παταγωδώς να αξιοποιήσουν το σχέδιο αναδιάρθρωσης τους για να ισορροπήσουν και να ισοσκελίσουν τα λογιστικά τους βιβλία. Συνέχισαν να έχουν φθίνουσα πορεία και μάλιστα με αυξανόμενη κλίση. Ως νομοτελειακή εξέλιξη τα προβλήματα έγιναν εντονότερα. Εσφαλμένα εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι μπορούσαν να συνεχίσουν να αρμέγουν τα κρατικά ταμεία. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να επιβιώσουν δίχως να μάθουν να ανταγωνίζονται επι ίσοις όροις στη βάση μόνον των ανταγωνιστικών τους πλεονεκτημάτων. Υποτίμησαν τον ανταγωνισμό. Καταχράστηκαν την μονοπωλιακή θέση τους για να σταματήσουν εν τη γενέσει του τον εκκολαπτόμενο ανταγωνισμό (βλέπε αποφάσεις ΕΠΑ αρ. 11/2004 και 16/2006). Δεν αντιλήφθηκαν ότι η εταιρεία ήταν συνδεδεμένη με τον αναπνευστήρα και ότι το μόνο που κατάφερναν με τον ετσιθελισμό τους είναι να αγοράζουν οξυγόνο για να επιμηκύνουν πρόσκαιρα το χρόνο ζωής τους. 

Αντίβαρο στα κενά αέρος των ΚΑ θα μπορούσε να είναι ο Έφορος Κρατικών Ενισχύσεων. Ως γνήσιος υπάλληλος της Κυβέρνησης ωστόσο ο Έφορος δεν αντιστάθηκε όλα αυτά τα χρόνια στις παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Προτίμησε να έχει περιθωριακό ρόλο και περιορίστηκε σε σενάρια εργασίας και συμβουλές. 

Με αυτές τις σκέψεις θεωρώ ελάσσονος σημασίας την ευθυγράμμιση και συμφωνία όλων των πολιτικών κομμάτων και των λοιπών εμπλεκομένων για την εξεύρεση στρατηγικού επενδυτή για τις ΚΑ. Μείζονος σημασίας εξέλιξη θα ήταν αυτοί που λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις να αρχίσουν να σκέφτονται όπως και η κα. Στίερ. Να αντιληφθούν επιτέλους τα οφέλη του ανταγωνισμού!. Και να αρχίσουν κάποιες «ανεξάρτητες» αρχές του κράτους και η δικαιοσύνη να λειτουργούν αποδοτικά προς όφελος της κοινωνίας.

Friday, 3 February 2012

Ασφάλιση στεγαστικών δανείων

Ένα από τα θέματα που απασχόλησαν την Βουλή των Αντιπροσώπων αυτή την εβδομάδα ήταν αυτό της πρακτικής της ασφάλισης των στεγαστικών δανείων.

 Η ασφάλιση των στεγαστικών δανείων είναι ένα ασφαλιστικό προϊόν σχεδιασμένο ώστε να καλύπτει το οφειλόμενο χρέος (δηλαδή τις δόσεις που καθίστανται απαιτητές) σε περίπτωση επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ασφαλιζόμενοι κίνδυνοι αφορούν καταστάσεις οι οποίες αποτρέπουν τον δανειολήπτη να εξασφαλίσει εισόδημα με το οποίο να εξυπηρετήσει το χρέος/οφειλές του, π.χ. απώλεια ζωής ή μόνιμη αναπηρία από ασθένεια ή ατύχημα.

Η συζήτηση στη Βουλή του Αντιπροσώπων επικεντρώθηκε στο κατά πόσον το ασφαλιστικό αυτό προϊόν  είναι αναγκαίο ή υποχρεωτικό ή εάν απορρέει από νομική ρύθμιση. Η απάντηση ήταν σαφής. Δεν αποτελεί νομική υποχρέωση, είναι όμως συνήθης πρακτική των τραπεζών και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που προσφέρουν στεγαστικά δάνεια να ασφαλίζουν τους δανειολήπτες, ώστε σε περίπτωση επέλευσης κινδύνου τα δάνεια να εξοφλούνται με ασφαλιστική αποζημίωση. Συγκεκριμένα ο υπουργός οικονομικών κ. Καζαμίας μετέφερε το περιεχόμενο της επιστολής του διευθυντή Τμήματος Εποπτείας και Ρυθμίσεως Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, στην οποία, αναφέρετε, μεταξύ άλλων, ότι: «αποτελεί συνήθη τραπεζική πρακτική η περίληψη στους συμβατικούς όρους χορήγησης στεγαστικών δανείων, της υποχρέωσης σύναψης ασφάλειας ζωής από τον δανειολήπτη και η εκχώρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εν λόγω ασφάλεια σε όφελος της τράπεζας. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση θανάτου του δανειολήπτη, το δάνειο θα μπορεί να εξοφληθεί από την ασφαλιστική αποζημίωση …)».

Προφανώς το εν λόγω ζήτημα για την ασφάλιση των στεγαστικών δανείων αναδύθηκε στην επιφάνεια μετά από παράπονα σε σχέση με τα υψηλά ασφάλιστρα που απαιτούν οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για το συγκεκριμένο προϊόν. Εάν αυτός είναι πράγματι ο λόγος τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν χρειάζεται ή όχι η αγορά του εν λόγω ασφαλιστικού προϊόντος, ταυτόχρονα με την παραχώρηση του στεγαστικού δανείου, αλλά κατά πόσον η τιμολόγηση του είναι δίκαιη και θεμιτή. Με άλλα λόγια το  επίκεντρο του προβληματισμού θα πρέπει να εστιαστεί στο εάν στη συγκεκριμένη σχετική αγορά (προσφορά ασφαλιστικών συμβολαίων κάλυψης στεγαστικών δανείων) υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός ώστε οι καταναλωτές (δανειολήπτες) να μην τυγχάνουν εκμετάλλευσης μέσω της επιβολής υπέρμετρων ασφαλίστρων.

Το ζήτημα της ασφάλισης των δανείων γενικότερα είχε απασχολήσει πρόσφατα και την Επιτροπή Ανταγωνισμού του Ηνωμένου Βασίλειου, από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε κρίσιμα και χρήσιμα διδάγματα. Η εν λόγω Επιτροπή επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι:
  • Η πλειοψηφία των δανειοληπτών στο Ηνωμένο Βασίλειο αγοράζουν το εν λόγω ασφαλιστικό προϊόν από τον πάροχο του δανείου ταυτόχρονα με τη σύναψη της σύμβασης του δανείου.
  • Οι περισσότεροι δανειολήπτες εστιάζουν στο δάνειο και το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΕ) και αγνοούν ή προσπερνούν την ασφάλιση του δανείου.
  • Οι δανειολήπτες θεωρούν ότι αν αγοράσουν το συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν από τον πάροχο του δανείου τότε αυξάνεται και η πιθανότητα έγκρισης του δανείου τους.
  • Πολλοί δανειολήπτες δεν γνωρίζουν καν εάν αγόρασαν ή όχι το εν λόγω ασφαλιστικό προϊόν.
  • Οι πάροχοι των δανείων και των ασφαλιστικών αυτών προϊόντων εκμεταλλεύονται την απουσία ανταγωνισμού και την ανελαστικότητα της ζήτησης και επιβάλλουν  υπερβολικά υψηλά ασφάλιστρα. 
  •  Από τα £3,5 δις αξίας ασφαλιστικών συμβολαίων σε δανειολήπτες των 12 μεγαλύτερων παρόχων το £1,4 δις εκτιμάται ότι είναι υπερβολικό κέρδος.
  • Μέρος των υπέρμετρων κερδών χρησιμοποιείται για επιδότηση άλλων πιστωτικών προϊόντων στα οποία υπάρχει εντονότερος ανταγωνισμός.
  • Ο τρόπος τιμολόγησης του συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος είναι αδιαφανής με αποτέλεσμα να μην επιτρέπει στους δυνητικούς αγοραστές (δανειολήπτες) να συγκρίνουν τα ασφαλιστικά συμβόλαια ανταγωνιστικών παρόχων και να κάνουν τη βέλτιστη επιλογή. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν παρατηρείται αλλαγή παρόχου ασφαλιστικών συμβολαίων δανείων (switching) από τους δανειολήπτες.
  • Η λειτουργία του ανταγωνισμού στη συγκεκριμένη σχετική αγορά καθιστά αδύνατη την είσοδο νέων επιχειρήσεων, ακόμη και εάν προσφέρουν τα ίδια προϊόντα με ισοδύναμη κάλυψη κινδύνων και τα ίδια ασφάλιστρα με τις υφιστάμενες επιχειρήσεις της αγοράς.


Η Επιτροπή Ανταγωνισμού του ΗΒ κατέληξε ότι τα χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης σχετικής αγοράς συνεπάγονται ότι ο ανταγωνισμός είναι ανεπαρκής με δυσμενείς επιδράσεις για τους καταναλωτές (υψηλότερα ασφάλιστρα και λιγότερες επιλογές). Μετά από δημόσια διαβούλευση εξέδωσε διάταγμα με το οποίο, μεταξύ άλλων, απαγορεύει την πώληση ασφαλιστικού συμβολαίου κάλυψης του δανείου από τον πάροχο του δανείου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 7 ημερών από την υπογραφή της δανειακής σύμβασης. Το χρονικό αυτό παράθυρο θα δώσει σύμφωνα με την Επιτροπή τον απαραίτητο χρόνο ώστε οι δανειολήπτες να αποκτήσουν επαρκή πληροφόρηση σε σχέση με το εν λόγω ασφαλιστικό προϊόν και να αναζητήσουν την καλύτερη προσφορά. Περισσότερα για την συγκεκριμένη έρευνα  μπορείτε να βρείτε εδώ.

Είναι αξιοσημείωτο ότι στην συνεδρίαση της Βουλής των Αντιπροσώπων για τη συζήτηση του θέματος της ασφάλισης των στεγαστικών δανείων δεν προσκλήθηκε η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ). Δεν τρέφω την ψευδαίσθηση ότι οι βουλευτές γνωρίζουν τις αρμοδιότητες και την αποστολή της ΕΠΑ. Βεβαίως αυτή η παρατήρηση είναι μία αποκαρδιωτική επιβεβαίωση ότι 22 χρόνια μετά από τη θεσμοθέτηση της ΕΠΑ δεν έχει σφυρηλατηθεί η απαραίτητη κουλτούρα ανταγωνισμού. Από την άλλη η ιστορία της ΕΠΑ με κάνει να αμφιβάλλω κατά πόσον η  παρουσία της στην εν λόγω συνεδρίαση θα προσέφερε κάτι θετικό για τους καταναλωτές, και συγκεκριμένα για τους δανειολήπτες. Αυτό με ανησυχεί περισσότερο!.

Tuesday, 31 January 2012

Το παγόβουνο ΕΠΑ - Μέρος Α


Την προστασία του ανταγωνισμού στην κυπριακή έννομη τάξη ανέλαβε με σημαντική καθυστέρηση το 1989 ο Περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος 207/89, ο οποίος αντικαταστάθηκε το 2008 από τον Νόμο 13(Ι)/2008. Η ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας από τη Βουλή των Αντιπροσώπων το 1989 ήταν απόρροια των διαπραγματεύσεων της Κύπρου για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και επομένως απαραίτητο μέρος της διαδικασίας «κλεισίματος» του σχετικού κεφαλαίου που αφορούσε την Πολιτική Ανταγωνισμού. Το 1999 ψηφίστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος 22(Ι)/99 ο οποίος αφορά τον προληπτικό έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, συμβατός με τον τότε ευρωπαϊκό Κανονισμό 4064/89. Οι δύο προαναφερόμενοι νόμοι (προστασίας του ανταγωνισμού και συγκεντρώσεων) συνιστούν το νομικό πλαίσιο προστασίας του ανταγωνισμού στην Κύπρο.


Είναι αξιοσημείωτο ότι αν και ο εθνικός νομοθέτης έχει καθορίσει το θεσμικό πλαίσιο προστασίας του ανταγωνισμού και έχει εξοπλίσει με εξουσίες και εργαλεία την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ) οι στόχοι ήταν και ενδεχόμενα παραμένουν ασαφείς. Αν ανατρέξει κανείς στις αιτιολογικές εκθέσεις που αφορούσαν τους N. 207/89 και Ν. 13(Ι)/2008 (αλλά και έναν προηγούμενο νόμο ο οποίος δεν ετέθει ποτέ σε εφαρμογή, Ν. 62/1983) είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διαπιστωθεί ποια ακριβώς είναι η αποστολή της ΕΠΑ. Πέραν από κάποιες γενικότητες και υπεραπλουστεύσεις αναφορικά με την προστασία του ανταγωνισμού από ολιγοπώλια και μονοπώλια δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Ούτε και η συστηματική μελέτη των αποφάσεων και ετήσιων εκθέσεων της ΕΠΑ για την περίοδο 1989-2009 μπορεί να μας διαφωτίσει σε σχέση με το τι ακριβώς προστατεύει και ποιους στόχους επιδιώκει να πετύχει. Σε κάθε περίπτωση αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η εισαγωγή του νομικού πλαισίου για την προστασία του ανταγωνισμού δεν ήταν το απότοκο της διαπίστωσης της αναγκαιότητας για την ύπαρξη ενός θεσμού που να ρυθμίζει τον ανταγωνισμό ή της κατανόησης της σπουδαιότητας της πολιτικής ανταγωνισμού.

Στα 22 χρόνια ύπαρξης και λειτουργίας της η ΕΠΑ δεν έχει να επιδείξει σημαντικό έργο, καθώς σχεδόν όλες οι αποφάσεις της έχουν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το λειψό και ημιτελές έργο της έχει επισκιαστεί επίσης σε σημαντικό βαθμό από τα σκωπτικά σχόλια του τύπου σε σχέση με τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν με τους εκάστοτε Προέδρους αλλά και μέλη της Επιτροπής.

Όσον αφορά τις παρεμβάσεις της ειδικότερα αυτές είχαν πολλές φορές δογματικό και καιροσκοπικό χαρακτήρα. Σκόπευαν στο να εξευμενίσουν αντί να αμβλύνουν ή να διορθώσουν τις ριζωμένες διαχρονικά λανθασμένες νοοτροπίες. Προκαλούσαν μεγαλύτερες στρεβλώσεις και εξαρτήσεις και συνέτειναν στη δημιουργία ενός αδιαφανούς και διαβρωμένου θεσμικού ανταγωνιστικού περιβάλλοντος με τεράστια ελλείμματα ασφάλειας δικαίου.

Αυτός ο ζωτικής σημασίας θεσμός αντί να είναι στην υπηρεσία του πολίτη και να προάγει το δημόσιο συμφέρον έχει δυστυχώς χρησιμοποιηθεί διαχρονικά για βόλεμα κομματικών φίλων και συγγενών. Αλλά και προς όφελος των ίδιων των λειτουργών της Υπηρεσίας της οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τις εσωτερικές αδυναμίες του θεσμού αλλά και διάφορες άλλες εξωγενείς συγκυρίες επωφελήθηκαν μονοπωλιακά από την τροποποίηση των σχεδίων υπηρεσίας.

Σαφώς και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει αλλά και οι εσωτερικές παθογένειες δεν είναι σημερινά. Έχουν συσσωρευτεί και παγιωθεί στα 22 χρόνια λειτουργίας του θεσμού. Υπάρχουν ζητήματα που πρέπει τουλάχιστον να προβληματίσουν, και αν κριθεί σκόπιμο να διερευνηθούν. Είναι σκανδαλώδες στα 22 χρόνια λειτουργίας της ΕΠΑ κανείς εκ των τεσσάρων Προέδρων της να μην έχει «κατορθώσει», περί κατορθώματος πρόκειται, να ολοκληρώσει τη θητεία του.

Κρίσιμα ερωτηματικά δημιουργούνται επίσης και από τον σημαντικό αριθμό των λειτουργών της Υπηρεσίας της ΕΠΑ που έφυγαν. Αυτοί που έφυγαν είναι περισσότεροι από αυτούς που έμειναν!. Το 2010 προσελήφθησαν 14 νέοι λειτουργοί και σήμερα έχουν μείνει μόνο οι 5 από αυτούς. Αλλά και από τους παλαιότερους 13 έχουν μείνει μόνο οι 5 προαχθέντες. Τι συμβαίνει και όλοι φεύγουν ή θέλουν να φύγουν; Έφυγαν μήπως λόγω αδυναμίας προσαρμογής και κατανόησης του αντικειμένου ή λόγω του ότι βίωσαν αλαζονικές νοοτροπίες και πήγαν, είδαν και απήλθαν. Και στις δύο περιπτώσεις η ΕΠΑ πιστώνεται με την αποκλειστική ευθύνη. Δεν μπορεί να είναι όλα διαβολικές συμπτώσεις!.

Αναμφισβήτητα τα συμφέροντα είναι πολλά και οι ετερόκλητες δυνάμεις πανίσχυρες. Πολλοί θα ήθελαν μία αποδομημένη και παροπλισμένη ΕΠΑ. Αλλά έχω την έντονη άποψη ότι η ίδια η ΕΠΑ συνέβαλε απροσμέτρητα στην ανυποληψία στην οποία έχει περιπέσει. Τα περισσότερα από τα προβλήματα που αντιμετώπισε μέχρι σήμερα οφείλονται αποκλειστικά σε δικές της αδυναμίες, αστοχίες, λάθη, προχειρότητες, παραλήψεις και κακές νοοτροπίες.

Τόσο η ΕΠΑ όσο και το θεσμικό πλαίσιο που την διέπει θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Με ένα σύνολο ιεραρχημένων και στοχευόμενων πρωτοβουλιών η ΕΠΑ θα πρέπει να επιδιώξει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και της επιχειρηματικής κοινότητας. Πρώτο και καθοριστικότερο βήμα σε αυτή την προσπάθεια είναι η ειλικρινής ενδοσκόπηση και αυτοκριτική. Ενώσω η μπάλα των ευθυνών θα ρίχνεται στο γήπεδο άλλων δεν μπορεί να υπάρξει φώς στο τούνελ. Δυστυχώς δεν είναι μόνο ζήτημα Προέδρων της ΕΠΑ … αυτό είναι μάλλον η κορυφή του παγόβουνου. Τα προβλήματα είναι αλλού!



Πρόκειται για έναν καίριας σημασίας θεσμό που σε άλλες χώρες χαίρει της εκτίμησης και του σεβασμού όλων. Ένα θεσμό του οποίου οι απόψεις και αποφάσεις έχουν καθοριστική επιρροή τόσο στις συγκεκριμένες αγορές ή κλάδους/τομείς παρέμβασης όσο και για το σύνολο της οικονομίας γενικότερα, μέσω των επιδράσεων πολλαπλασιαστή.

Υπάρχουν πολλά που θα πρέπει να γίνουν τόσο σε θεσμικό όσο και σε λειτουργικό ή υπηρεσιακό επίπεδο. Πιο κάτω θα κωδικοποιήσω και θα σκιαγραφήσω τις βασικές κατευθύνσεις.

Εκσυγχρονισμός νομοθεσίας συγκεντρώσεων
Καταρχήν, θα πρέπει τάχιστα να αυξηθούν τα κατώφλια υποχρεωτικής κοινοποίησης συγκεντρώσεων επιχειρήσεων ώστε να απελευθερωθούν πόροι για την ίδια την ΕΠΑ. Οι αποδεσμευμένοι πόροι θα μπορούν να διοχετευτούν και να αξιοποιηθούν αποδοτικότερα σε πιο σοβαρές παραβάσεις π.χ. καρτέλ. Τα υφιστάμενα κατώφλια είναι εξαιρετικά χαμηλά με αποτέλεσμα οι περισσότερες κοινοποιήσεις συγκεντρώσεων που υποβάλλονται και εξετάζονται μέχρι σήμερα να αφορούν περιπτώσεις οι οποίες δεν έχουν απολύτως καμία επίδραση στον ανταγωνισμό. Αυτή η τροποποίηση δεν απαιτεί την χρονοβόρα και γραφειοκρατική έγκριση της Βουλή των Αντιπροσώπων, αρκεί ένα διάταγμα τροποποίησης από το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Η αλλαγή στα κατώφλια κοινοποίησης θα ελαφρύνει και θα αποφορτίσει συγχρόνως το διοικητικό κόστος με το οποίο επιβαρύνονται και οι ίδιες οι υπό συγκέντρωση επιχειρήσεις, οι οποίες υποχρεώνονται να πληρώνουν σημαντικά ποσά για την ετοιμασία των απαραίτητων εγγράφων κοινοποίησης. Επιπρόσθετα θα εκμηδενιστούν οι στρεβλώσεις που προκαλούνται από τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην υλοποίηση των στρατηγικών πλάνων των υπό συγκέντρωση επιχειρήσεων.

Η κατάσταση ως έχει προφανώς βολεύει τους λειτουργούς της ΕΠΑ διότι όταν αυξηθούν τα εν λόγω κατώφλια υποχρεωτικής κοινοποίησης συγκεντρώσεων δεν θα έχουν και πολλά να κάνουν για να δικαιολογήσουν τις θέσεις εργασίας τους. Βολεύει επίσης και την Επιτροπή η οποία αναφέρεται πολλές φορές παραπλανητικά στον μεγάλο αριθμό αποφάσεων της για να πείσει για το «σημαντικό» έργο της. Είναι αξιοσημείωτο ότι μόνον 5 από τις 214 υποθέσεις συγκεντρώσεων για την περίοδο 2000-2010 κρίθηκε σκόπιμο να εισέλθουν στο στάδιο της πλήρους διερεύνησης!. Επιπλέον, σε ένα πολύ μεγάλο αριθμό εξεταζόμενων συγκεντρώσεων δεν υπήρχε καν επηρεαζόμενη αγορά με αποτέλεσμα αυτές να εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του νόμου. Αυτό οφείλεται στο ότι ο νόμος δεν εξειδικεύει ότι ο κύκλος εργασιών των υπό συγκέντρωση επιχειρήσεων θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά την Κύπρο.  

Επομένως, αντί να παραπονιέται για την υποστελέχωση και το φόρτο εργασίας της η ΕΠΑ θα έπρεπε να είχε προβληματιστεί για την διαχείριση και την αποδοτικότητα των πεπερασμένων πόρων που έχει στη διάθεση της.

Ακολούθως θα πρέπει να τροχοδρομηθεί ο εκσυγχρονισμός ολόκληρης της νομοθεσίας που αφορά τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων. Ως έχει σήμερα ο σχετικός νόμος είναι ασυμβίβαστος με τον ευρωπαϊκό Κανονισμό συγκεντρώσεων 139/2004, και συνακόλουθα με όλες τις οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές που αφορούν τον εν λόγω Κανονισμό. Από το 2004 μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει απολύτως καμία ενέργεια όσον αφορά αυτό το θέμα, τη στιγμή μάλιστα που σε ευρωπαϊκό επίπεδο συζητείται ήδη η αλλαγή του Κανονισμού 139/2004. Το κριτήριο αξιολόγησης συγκεντρώσεων όπως ισχύει σήμερα (δημιουργία ή ενίσχυση δεσπόζουσας θέσης) δεν καλύπτει τις περιπτώσεις μη συντονισμένων (μονομερών) επιδράσεων που μπορεί να προκαλούνται σε μία ολιγοπωλιακή αγορά ακόμη και εάν οι υπό συγκέντρωση επιχειρήσεις δεν κατέχουν δεσπόζουσα θέση (είτε μονομερώς είτε συλλογικά). Το πρόβλημα αυτό αναδείχθηκε με έντονο τρόπο στην υπόθεση Aitours/First Choice το 1999!.

Γνήσια ανεξάρτητη και επαρκής Επιτροπή
Μια από τις κυριότερες συνιστώσες του κράτους δικαίου, και κατ’ επέκταση της λειτουργίας της Δημοκρατίας, είναι το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη. Θεμελιώδης προϋπόθεση για την ικανοποίηση της αρχής της δίκαιης δίκης είναι η αμεροληψία και ουδετερότητα του δικαστή. Αλληλένδετο είναι και το ζήτημα της ικανοποίησης της αρχής της ισότητας των όπλων αλλά και της αρχής της καλής πίστης. Η ικανοποίηση των πιο πάνω αρχών θα εξασφαλιστεί μόνον με την λειτουργική (αντικειμενική και οργανική) απαγκίστρωση της Επιτροπής από την Υπηρεσία της ΕΠΑ. Δεν μπορεί η Επιτροπή να είναι ταυτόχρονα ανακριτής, ενάγοντας και δικαστής. Το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα η Επιτροπή εξακολουθεί μονολιθικά να είναι εξαρτημένη από την Υπηρεσία της έχει ως αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζει κριτικά της εισηγήσεις της. Με τον πλήρη διαχωρισμό της Υπηρεσίας από την Επιτροπή θα ενισχυθεί ουσιαστικά η αυτονομία και αμεροληψία της ΕΠΑ.

Διορισμός Προέδρου και μελών της Επιτροπής
Ο τρόπος και η διαδικασία διορισμού του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Τόσο ο Πρόεδρος όσο και τα μέλη της ΕΠΑ θα πρέπει αποδεδειγμένα να έχουν σχέση με το αντικείμενο και να διορίζονται με διάφανες διαδικασίες … όχι με κομματικές λίστες βολέματος φίλων και συγγενών «εγνωσμένου κύρους». Ο θεσμός της ΕΠΑ δεν προσφέρεται για κομματική εκπροσώπηση!. Θα εξειδικεύσω το ζήτημα αυτό στο Μέρος Β.

Ενίσχυση της Υπηρεσίας της ΕΠΑ
Η Υπηρεσία της ΕΠΑ θα πρέπει να ενισχυθεί κατάλληλα με ειδικευμένους επιστήμονες και εμπειρογνώμονες. Αναγκαία προϋπόθεση για πρόσληψη των ικανότερων είναι η τροποποίηση των σχεδίων υπηρεσίας ώστε οι υποψήφιοι λειτουργοί της Υπηρεσίας της ΕΠΑ να παρακάθονται σε γραπτές εξετάσεις που να αφορούν αποκλειστικά το αντικείμενο της εργασίας τους. Ο εντοπισμός των στρεβλώσεων και η ανίχνευση των ανταγωνιστικών αγκυλώσεων είναι μία πολυσχιδής και απαιτητική διαδικασία. Η πρόσληψη ατόμων χωρίς την κατάλληλη προπαίδεια και χωρίς την απαιτούμενη ακαδημαϊκή επάρκεια επηρεάζει αναπόδραστα δυσμενώς την ποιότητα των αποφάσεων της ΕΠΑ.

Πόθεν έσχες
Ως μία επιπρόσθετη ασφαλιστική δικλείδα διασφάλισης της αμεροληψίας, τόσο των λειτουργών όσο και του Προέδρου αλλά και των μελών της ΕΠΑ είναι η καθιέρωση του ελέγχου του «πόθεν έσχες». 

Εσωτερικός Κανονισμός
Θα πρέπει επίσης τάχιστα να προωθηθεί και να εφαρμοστεί εσωτερικός κανονισμός που να αφορά τη λειτουργία της ΕΠΑ ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια. Αυτά είναι στοιχειώδη πράγματα … 22 χρόνια μετά είναι αδιανόητο μία ανεξάρτητη διοικητική αρχή να εκμεταλλεύεται την απουσία εσωτερικού κανονισμού και να λειτουργεί αναλόγως με το πώς την βολεύει συμπεριφερόμενη με αδιαφανή ή αλαζονικό τρόπο, και να εκφυλίζει διαδικασίες με διάφορες μηχανορραφίες και στρεψοδικίες.

Πρόγραμμα Επιείκειας
Το χαρτοφυλάκιο των εργαλείων πολιτικής που έχει στη διάθεση της η ΕΠΑ για την εφαρμογή του νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού θα πρέπει να εμπλουτιστεί με πρόγραμμα επιείκειας με βάση τα ενωσιακά πρότυπα.

Είναι γενικά παραδεκτό ότι τα προγράμματα επιείκειας συνιστούν ένα εργαλείο πολιτικής το οποίο συμβάλλει καθοριστικά στην προσπάθεια ανίχνευσης και αποτελεσματικής εξιχνίασης παράνομων συμπράξεων καρτελικής φύσεως. Προγράμματα επιείκειας έχουν υιοθετηθεί από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ με εξαίρεση την Κύπρο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ανακοινώσει ήδη από το 1996 (και εκ τότε έχει τροποποιήσει 2 φορές) πρόγραμμα επιείκειας. Σχεδόν όλα τα καρτέλ σε ευρωπαϊκό επίπεδο εντοπίζονται χάριν των πληροφοριών που αποκαλύπτουν οι επιχειρήσεις σε αντάλλαγμα με επιεική μεταχείριση η οποία μπορεί να καταλήξει ακόμη και σε ολική απαλλαγή προστίμου. Είναι τραγελαφικό το γεγονός ότι το 2003 η ΕΠΑ αποφάσισε εντελώς αυθαίρετα να κοινοποιήσει σχέδιο απαλλαγής και μείωσης προστίμων, ένα σχέδιο το οποίο αναντίλεκτα στερείτο νομικής εγκυρότητας και βεβαιότητας.

Δικαστικός έλεγχος της ουσίας των αποφάσεων της ΕΠΑ
Είναι καλά γνωστό στους δικηγόρους που παρουσιάζονται ενώπιων της ΕΠΑ, αλλά και γενικότερα σε αυτούς που ασχολούνται με το δίκαιο του ανταγωνισμού, ότι οι αποφάσεις της ΕΠΑ ήταν πολλές φορές ασυνεπείς ή και αντικρουόμενες και είχαν ανεπαρκή ή/και λανθασμένη επιστημολογική (νομική ή/και οικονομική) θεμελίωση. Είναι επίσης κοινό μυστικό ότι για πολλά χρόνια υπήρχε η κακή νοοτροπία ότι σε κάθε υπόθεση που εξετάζεται θα πρέπει να διαπιστώνεται παράβαση, ακόμη και όταν δεν υπήρχαν έγκυρα και στέρεα, νομικά και οικονομικά, τεκμήρια. Σε αυτό συνέβαλε και εξακολουθεί να συμβάλλει, σε καθοριστικό βαθμό, η ανυπαρξία ενός μηχανισμού ή θεσμού, αντίστοιχου με αυτών άλλων ευρωπαϊκών χωρών, που να υπεισέρχεται και να εξετάζει την ουσία των υποθέσεων (π.χ. δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου που να ειδικεύεται σε θέματα ανταγωνισμού). Η απουσία τέτοιου μηχανισμού, σε συνδυασμό με την εξάρτηση της Επιτροπής από την Υπηρεσία της ΕΠΑ, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα και συνεπάγεται όλα τα μειονεκτήματα ενός κακού μονοπωλίου, αφού ουσιαστικά η ΕΠΑ έχει το μονοπώλιο στην έκδοση αποφάσεων που αφορούν το δίκαιο του ανταγωνισμού. Η δημιουργία ενός κατάλληλου μηχανισμού ελέγχου της ουσίας των αποφάσεων της ΕΠΑ αναμφίβολα θα βελτιώσει την ποιότητα των αποφάσεων της και θα περιορίσει τις παραφωνίες και τις λανθασμένες αποφάσεις (σφάλματα τύπου Ι και ΙΙ). Συγχρόνως θα βελτιώσει την εμπιστοσύνη προς το θεσμό ενισχύοντας τη διαφάνεια στον τρόπο εφαρμογής των σχετικών νόμων. Περεταίρω θα δώσει το δικαίωμα στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να αμυνθούν μαχητά επί της ουσίας των υποθέσεων τους ενώπιων της ΕΠΑ. Θα εξειδικεύσω το ζήτημα αυτό στο Μέρος Γ.


Η αξιολόγηση του έργου της ΕΠΑ και η κρίση του στη βάση των κατά νόμων οριοθετημένων αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη και τα εργαλεία και πόρους που έχει στη διάθεση της, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Πρόκειται για ένα θεσμό ο οποίος έχει εξαπατήσει τους φορολογουμένους, έχει απογοητεύσει τους καταναλωτές, έχει δοκιμάσει τις αντοχές της επιχειρηματικής κοινότητας και έχει κατακερματίσει την αξιοπιστία του κράτους. Η ιστορία της ΕΠΑ υποδηλώνει την ολοκληρωτική αποτυχία του θεσμού … συνιστά ίσως το κλασικότερο παράδειγμα ρυθμιστικής αποτυχίας.

Η πρόκληση 22 χρόνια μετά από τη θεσμοθέτηση και λειτουργία της ΕΠΑ παραμένει η ίδια. Να δημιουργηθεί ένα σύστημα το οποίο θα επιτελεί το ρόλο του, που θα πρέπει να είναι η βελτίωση της λειτουργίας του μηχανισμού της αγοράς, με το βέλτιστο τρόπο και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος προς όφελος των καταναλωτών.