Wednesday, 16 October 2013

Εξαγορά της Olympic Air από την Aegean Airlines - μαθήματα για την Κύπρο

Την περασμένη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εφεξής η «Επιτροπή») ενέκρινε, βάσει του κανονισμού συγκεντρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την προτεινόμενη εξαγορά της Olympic Air από την Aegean Airlines, αμφότερες ελληνικές αεροπορικές εταιρείες. Η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής ανατρέπει προηγούμενη απαγορευτική απόφαση που έλαβε το 2011.

Καθοριστική συμβολή για την αλλαγή της στάσης της Επιτροπής διαδραμάτισαν δύο νέα στοιχεία που μεσολάβησαν από την πρώτη απόφαση της το 2011. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση στην Ελλάδα, η οποία αναπόδραστα επηρέασε αρνητικά τον κλάδο των αερομεταφορών (μείωση 26% μεταξύ 2009 και 2012 για τις πτήσεις εσωτερικού με αναχώρηση από την Αθήνα), και την κακή χρηματοοικονομική κατάσταση της Olympic Air. 



Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία πραγματοποιεί συνεχόμενες ζημιές από το 2009, έτος στο οποίο πέρασε στα χέρια ιδιωτών. Το ύψος των λογιστικών ζημιών της κατά το 2011 ανήλθε τα 37,6 εκ. ευρώ, περίπου το 50% της αξίας της με βάση την πρόταση εξαγοράς της από την Aegean Airlines. Μάλιστα, λόγω της δυσμενούς χρηματοοικονομικής της θέσης, ο ιδιωτικός επενδυτικός όμιλος Marfin, ιδιοκτήτης της Olympic Air, διακήρυξε ότι θα τερματίσει την οικονομική στήριξη της εταιρείας σε περίπτωση μη έγκρισης της συναλλαγής από την Επιτροπή. Η εξέλιξη αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα τον άμεσο τερματισμό των δραστηριοτήτων της Olympic Air, με συνέπεια τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας να τεθούν εκτός αγοράς, και η Aegean Airlines να καταστεί στην πράξη μονοπώλιο. 

Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω δεδομένα, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπήρχε άλλος ενδιαφερόμενος αξιόπιστος επενδυτής για να εξαγοράσει την Olympic Air, ή να αγοράσει περιουσιακά της στοιχεία (συμπεριλαμβανομένου και του εμπορικού της σήματος), η Επιτροπή έκρινε ότι η Olympic Air είναι μια προβληματική επιχείρηση με αβέβαιο μέλλον, και ως εκ τούτου ενέκρινε την πρόταση εξαγοράς της από την Aegean Airlines. 

Η απόφαση της Επιτροπής είναι αξιοπρόσεκτη, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διαφοροποίηση σε σχέση με τον χαρακτηρισμό της Olympic Air ως προβληματικής επιχείρησης και την εκτίμηση για την εξέλιξη της ζήτησης στον τομέα των αερομεταφορών. Σημειώνεται ότι στην προηγούμενη απαγορευτική της απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι η Olympic Air δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως προβληματική επιχείρηση, παρά τις τεράστιες λογιστικές ζημιές της, και εκτίμησε, εντελώς λανθασμένα, ότι η ζήτηση για τα δρομολόγια εσωτερικού, στα οποία δραστηριοποιείται κυρίως η Olympic Air, θα αυξανόταν με ρυθμό πέραν του 2% ετησίως! 

Το νέο σχήμα που θα προκύψει με την εξαγορά της Olympic Air από την Aegean Airlines θα αποκτήσει θέση οιονεί μονοπωλίου (περίπου το 90%) στα δρομολόγια εσωτερικού και σημαντική δύναμη (περίπου το 40%) στα δρομολόγια εξωτερικού. Η δημιουργία ενός εθνικού πρωταθλητή, στην δεδομένη δύσκολη οικονομική συγκυρία, δεν είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένη επιλογή. Σε μία μικρή περιφερειακή οικονομία, όπως είναι η οικονομία της Ελλάδας, στην οποία η ελάχιστη αποδοτική κλίμακα παραγωγής είναι μεγάλη σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς, η δημιουργία ενός εθνικού πρωταθλητή ενδεχόμενα να προάγει και να διευκολύνει την εκμετάλλευση οικονομιών κλίμακας και φάσματος προς όφελος του επιβατικού κοινού.


Αναπόφευκτα, οι εξελίξεις σε σχέση με την εξαγορά της Olympic Air επαναφέρουν στο προσκήνιο την ανάγκη να βρεθεί μια βιώσιμη και μόνιμη λύση στα αδυσώπητα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο δικός μας εθνικός αερομεταφορέας, οι Κυπριακές Αερογραμμές.

Τις επόμενες εβδομάδες η Επιτροπή αναμένεται να αποφασίσει σε σχέση με το σχέδιο αναδιάρθρωσης των Κυπριακών Αερογραμμών και κατά πόσον η αύξηση κεφαλαίου ύψους 31,3 εκ. ευρώ συνιστά κρατική ενίσχυση. 

Έχοντας υπόψη την ιστορική κατάληξη των Ολυμπιακών Αερογραμμών, με την αποτυχημένη ιδιωτικοποίηση και μετονομασία της εταιρείας σε Olympic Air, φρονώ ότι οι πολιτικοί σχεδιασμοί για το θέμα των Κυπριακών Αερογραμμών θα πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη δύο στόχων. Αφενός να πεισθεί η Επιτροπή ότι η εταιρεία είναι προβληματική, και ως εκ τούτου η βιωσιμότητα της είναι αβέβαιη. Αφετέρου, να αποσαφηνίσει, προβάλλοντας την κατάλληλη επιχειρηματολογία, ότι, με δεδομένη τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, δεν υπάρχει ενδεχόμενα άλλη εφικτή ή ρεαλιστική επιλογή από τη δημιουργία μιας νέας κρατικής εταιρείας αερομεταφορών, η οποία θα είναι απαλλαγμένη από τα βαρίδια του παρελθόντος. 

Τα χρονικά περιθώρια είναι ασφυκτικά και οι επιλογές είναι πλέον περιορισμένες. Όταν η ελληνική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να προχωρήσει με την ιδιωτικοποίηση των Ολυμπιακών Αερογραμμών ήταν πλέον αργά. Ελπίζω να μην είναι ήδη αργά για να διατηρηθεί ο κρατικός μας αερομεταφορέας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 20-10-2013)


Sunday, 29 September 2013

Νομοθετική ρύθμιση επιτοκίων

Το άρθρο αυτό επιδιώκει να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση για τη σχεδιαζόμενη νομοθετική ρύθμιση των δανειστικών επιτοκίων των τραπεζών, προβάλλοντας επιχειρήματα για την μη παρέμβαση του κράτους στα δανειστικά επιτόκια των τραπεζών, εκτός από αυτά που αφορούν τα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια. 

Καταρχάς, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το επιτόκιο δανεισμού αντικατοπτρίζει το κόστος του χρήματος για τις τράπεζες. Το κόστος χρήματος είναι συνάρτηση της ρευστότητας και των πιστωτικών και άλλων κινδύνων που αναλαμβάνουν οι τράπεζες όταν πρόκειται να χορηγήσουν δάνεια.

Με όρους ελεύθερης αγοράς, δεν θα ήταν παράλογη η αύξηση των επιτοκίων για τη χορήγηση νέων δανείων στην Κύπρο γιατί μετά τις αποφάσεις του Eurogroup τον περασμένο Μάρτιο, τα δεδομένα δείχνουν ότι η συνολική ρευστότητα στο τραπεζικό μας σύστημα περιορίζεται διαρκώς, ενώ η μακροοικονομική αστάθεια και η αβεβαιότητα έχουν ενταθεί.

Ας δεχθούμε όμως, εντελώς χάριν της συζήτησης, ότι όντως η Βουλή των Αντιπροσώπων παρεμβαίνει για να ρυθμίσει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο για τα επιτόκια που αφορούν νέα δάνεια. Τι πρέπει να προσδοκούμε από μία τέτοια εξέλιξη; Η απάντηση είναι απλή, σχεδόν τίποτα! Διότι, χωρίς επαρκή ρευστότητα η χορήγηση νέων δανείων θα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που υπήρχε ικανοποιητική ρευστότητα στο σύστημα, οι τράπεζες ενδεχομένως να αποφάσιζαν συνειδητά να μην χορηγήσουν νέα δάνεια με επιτόκια που το ύψος τους ρυθμίζεται από το νόμο γιατί δεν θα αντανακλούσαν τους πιστωτικούς και άλλους κινδύνους. Συνεπώς, η χορήγηση νέων δανείων από τις τράπεζες δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη όταν η ρύθμιση του ύψους του επιτοκίου δεν αντανακλά το πραγματικό κόστος του χρήματος, ακόμη και όταν είναι εφικτή λόγω της ύπαρξης ρευστότητας.

Στην βάση των πιο πάνω, έχω την άποψη ότι η αποκλιμάκωση των επιτοκίων για τα νέα δάνεια δεν αναμένεται να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα αν προέλθει μέσα από νομοθετικές παρεμβάσεις. Πιστεύω ότι οι πολιτικές παρεμβάσεις πρέπει να στοχεύσουν στη σταδιακή μείωση της αβεβαιότητας, στη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών και στην ενίσχυση των παραγωγικών ικανοτήτων της οικονομίας, γιατί έτσι θα δημιουργηθούν συνθήκες για πραγματοποίηση επενδύσεων με λιγότερο ρίσκο και καλύτερο ποσοστό κέρδους, παράγοντες που θα επιτρέψουν στις τράπεζες να δανείσουν με χαμηλότερα επιτόκια.

Όσον αφορά τα υφιστάμενα δάνεια, και ειδικότερα τα στεγαστικά δάνεια, η επιχειρηματολογία είναι διαφορετική. Σε αυτή την περίπτωση έχω την πεποίθηση ότι η νομοθετική παρέμβαση εκτός από εφικτή είναι και θεμιτή, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τράπεζες πιθανό να μην λαμβάνουν υπόψη τις αρνητικές παρενέργειες που δημιουργούν οι αποφάσεις τους στο κοινωνικό σύνολο.

Από τη στιγμή που ένας πελάτης μίας τράπεζας συνάπτει μία σύμβαση για παραχώρηση μακροχρόνιου στεγαστικού δανείου ουσιαστικά «κλειδώνεται» (locked-in) στο τραπεζικό ίδρυμα το οποίο του χορηγεί το δάνειο. Ο δανειζόμενος πελάτης δεν μπορεί να επωφεληθεί του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, και να εξασφαλίσει στεγαστικό δάνειο με ευνοϊκότερους όρους από μια άλλη τράπεζα, λόγω του υψηλού κόστους εναλλαγής τράπεζας (π.χ. ρήτρες ποινής σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου). 

Από την άλλη, οι τράπεζες επωφελούνται από την χρήση διαφόρων ρητρών αναθεώρησης του ύψους του επιτοκίου, και αυξάνουν τα επιτόκια επικαλούμενες την επιδείνωση διαφόρων παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη, κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του ύψους του επιτοκίου. Οι εν λόγω ρήτρες αναθεώρησης όμως θα πρέπει να τύχουν νομοθετικής ρύθμισης καθότι είναι καταχρηστικές. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι τέτοιες εκμεταλλευτικές πρακτικές παραπέμπουν σε τοκογλυφία!


Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική των αυξημένων επιτοκίων για τα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατακόρυφης αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα οδηγήσει, έστω και οριακά, σε αύξηση των μη εξυπηρετουμένων δανείων. Συνακόλουθα, η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα οδηγήσει στα χέρια των τραπεζών μεγάλο αριθμό ακινήτων με αποτέλεσμα οι τράπεζες να μετατραπούν σε κτηματικές εταιρείες με αβέβαιο μέλλον.

Συνεπώς, εάν οι τράπεζες επιθυμούν να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στην παραδοσιακή τραπεζική, και εάν δεν θέλουν να μετεξελιχθούν σε κτηματικές εταιρείες, επιλογή που ενδεχομένως να μην είναι ορθολογική για τις ίδιες, οφείλουν να ενεργήσουν με τρόπο που τα επιτόκια για τα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια να αποκλιμακωθούν. Μακροχρόνια, ενδεχομένως να είναι και η πιο συνετή και συμφέρουσα επιλογή για τις ίδιες τις τράπεζες αλλά και για την κοινωνία στο σύνολο της.

Αν οι τράπεζες δεν μειώσουν τα επιτόκια για τα υφιστάμενα δάνεια από μόνες τους, η δια νόμου ρύθμιση αποτελεί μια επιλογή.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 6-10-2013)

Monday, 16 September 2013

Μεταρρύθμιση του νομικού πλαισίου για τον ανταγωνισμό στην Κύπρο

Την περασμένη Δευτέρα (9/9), η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού ανακοίνωσε την έναρξη δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με τον εκσυγχρονισμό του νομικού πλαισίου για τον ανταγωνισμό στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, η δημόσια διαβούλευση αφορά δύο προσχέδια νομοσχεδίων με τίτλο «ο περί Έλεγχου των Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων Νόμος του 2013» και «ο περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013». 



Το προσχέδιο νομοσχεδίου που αφορά τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων επιδιώκει να εναρμονίσει την εθνική νομοθεσία σε σχέση με τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων με τον Κανονισμό 139 που θεσπίστηκε το 2004 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ο οποίος αφορά τον έλεγχο των συγκεντρώσεων σε ενωσιακό επίπεδο. Οι βασικοί παράμετροι που αφορούν το εκσυγχρονιστικό νομοσχέδιο αναφέρονται συνοπτικά πιο κάτω. 



α) Κριτήριο ουσιαστικού ελέγχου της συμβατότητας 


Το κριτήριο αξιολόγησης της συμβατότητας μίας συγκέντρωσης με την ανταγωνιστική αγορά αναθεωρείτε από «δημιουργία ή ενίσχυση δεσπόζουσας θέσης» σε «σημαντική παρακώλυση του ανταγωνισμού, ιδίως ως αποτέλεσμα της δημιουργίας ή ενίσχυσης δεσπόζουσας θέσης». Η εν λόγω τροποποίηση αντιμετωπίζει αδυναμίες που αναδείχθηκαν στην νομολογία (βλέπε υπόθεση Airtours), καλύπτοντας τις μη συντονισμένες (μονομερείς) επιδράσεις που ενδέχεται να έχει μια συγκέντρωση, ιδίως σε ολιγοπωλιακές αγορές.

β) Βελτιώσεις αποτελεσματικότητας 

Λαμβάνονται ρητά υπόψη οι βελτιώσεις οι οποίες μπορεί να προκύψουν από την συγκέντρωση στην οικονομική αποτελεσματικότητα, ως άμυνα υπέρ μιας αντιανταγωνιστικής συγκέντρωσης. 

γ) Εξορθολογισμός της χρονικής προθεσμίας κοινοποίησης

Εισάγεται η δυνατότητα κοινοποίησης μιας πράξης συγκέντρωσης πριν τεθεί σε εφαρμογή και καταργείται η υποχρέωση κοινοποίησης της συγκέντρωσης το αργότερο μέσα σε μία εβδομάδα από τη σύναψη της συμφωνίας, ή δημοσίευση της δημόσιας προσφοράς εξαγοράς ή της απόκτησης ελέγχουσας συμμετοχής. 

δ) Ενίσχυση των εξουσιών έρευνας της Επιτροπής 

Εντεταλμένοι λειτουργοί της Υπηρεσίας και άλλα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται σε γραφεία, εγκαταστάσεις και τα μέσα μεταφοράς των συμμετεχουσών στην συγκέντρωση επιχειρήσεων, καθώς και σε κάθε άλλο επαγγελματικό χώρο της επιχείρησης, εξαιρουμένων των κατοικιών, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση και να ελέγχουν αρχεία, βιβλία, λογαριασμούς και άλλα έγγραφα επαγγελματικής φύσεως, ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων και ηλεκτρονική επαγγελματική αλληλογραφία. Κατά την επιτόπια επιθεώρηση οι εντεταλμένοι λειτουργοί και τα λοιπά εξουσιοδοτημένα πρόσωπα έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν ερωτήσεις και να ζητήσουν διευκρινήσεις από το προσωπικό της επιχείρησης σε σχέση με το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν τις απαντήσεις. 

ε) Δυνατότητα τροποποιήσεων ή ανάληψης δεσμεύσεων

Για τις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή αποφασίσει τη διεξαγωγή πλήρους διερεύνησης δίδεται η δυνατότητα στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις να προβούν σε τροποποιήσεις ή να προτείνουν την ανάληψη δεσμεύσεων, ώστε να αρθούν οι αμφιβολίες ως προς της συμβατότητα της συγκέντρωσης με την ανταγωνιστική αγορά.

στ) Επιβολή τελών 

Προβλέπεται η καταβολή τέλους ύψους 1.000 ευρώ με την υποβολή της κοινοποίησης συγκέντρωσης και 6.000 ευρώ πριν ξεκινήσει η διαδικασία πλήρους διερεύνησης. 


Μια αξιοσημείωτη παρατήρηση σε σχέση με το εν λόγω νομοσχέδιο είναι ότι τα κατώφλια υποχρεωτικής κοινοποίησης παραμένουν αμετάβλητα. Το γεγονός ότι τα υφιστάμενα κατώφλια είναι σχετικά χαμηλά, σε συνδυασμό με α) τις αυξημένες απαιτήσεις πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στην γνωστοποίηση της συγκέντρωσης, β) τις αυστηρές κυρώσεις σε περίπτωση μη κοινοποίησης και γ) την απουσία διαδικασίας απλοποιημένης και ταχείας κοινοποίησης, θα έχει ως συνέπεια την αύξηση του διοικητικού κόστους για τις επιχειρήσεις. Αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να απασχολήσει τον επιχειρηματικό κόσμο αλλά και γενικότερα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το ζητούμενο είναι η συρρίκνωση του διοικητικού βάρους και η απλοποίηση των διαδικασιών.

Από την άλλη, το προσχέδιο του νομοσχεδίου που αφορά τις αντιμονοπωλιακές πρακτικές (antitrust) επιδιώκει να τροποποιήσει τον υφιστάμενο νόμο περί της προστασίας του ανταγωνισμού, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη προσαρμογή με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, και ειδικότερα με τον Κανονισμό 1 του 2003 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αλλά και τη νομολογία των δικαστηρίων. Επίσης, να διασφαλίσει ένα ομοιόμορφο πλαίσιο εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, ενισχύοντας ταυτόχρονα το βαθμό νομικής βεβαιότητας και τη διαφάνεια. 

Η πιο σημαντική καινοτομία του εν λόγω τροποποιητικού νομοσχεδίου αφορά την εισαγωγή ενός νέου άρθρου που αφορά την εξουσία της Επιτροπής να διεξαγάγει έρευνες σε κλάδους της οικονομίας ή σε συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών σε διάφορους κλάδους, όταν η εξέλιξη των οικονομικών συναλλαγών, η δυσκαμψία των τιμών ή άλλες περιστάσεις δημιουργούν υπόνοιες για πιθανό περιορισμό ή στρέβλωση του ανταγωνισμού. Μάλιστα, η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία που προκύπτουν από αυτού του είδους τις έρευνες σε υποθέσεις παραβάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, εθνικής και ενωσιακής. 

Η δημόσια διαβούλευση αναφορικά με τα εν λόγω νομοσχέδια θα ολοκληρωθεί στις 23/9. Περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με τη δημόσια διαβούλευση μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού στον σύνδεσμο http://www.competition.gov.cy.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 22-9-2013)

Friday, 2 August 2013

Οι μικροοικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Κύπρος

Οι δημόσιες συζητήσεις μετά την πρωτοφανή απόφαση του Γιούρογκρουπ τον περασμένο Μάρτιο για κούρεμα των καταθέσεων επικεντρώνονται κυρίως στις μακροοικονομικές στρατηγικές και εργαλεία για την άμβλυνση των κραδασμών που προκλήθηκαν στην οικονομία.

Η διόρθωση των ανισορροπιών και η βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση των δυσμενών επιδράσεων είναι σημαντική, ωστόσο, δεν θα πρέπει να αφεθεί να επισκιάσει την ανάγκη για μακροπρόθεσμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Η εμπέδωση συνθηκών μακροοικονομικής σταθερότητας προϋποθέτει τον εντοπισμό των ιδιαίτερων προβλημάτων που οδήγησαν την Κύπρο στη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα και την ριζική επίλυση τους. 

Είναι γεγονός ότι πολλά από τα μακροοικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η κυπριακή οικονομία οφείλονται σε διαχρονικές μικροοικονομικές παθογένειες. Για παράδειγμα, στην απουσία αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε καθοριστικής σημασίας κλάδους της οικονομίας, στην στήριξη αποτυχημένων κρατικών επιχειρήσεων και σε ρυθμιστικές εμπλοκές. Συνεπώς, το κλειδί για την έξοδο από την κρίση είναι η διόρθωση των μικροοικονομικών αδυναμιών και η άρση των αντικινήτρων.

Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η Κύπρος σήμερα είναι να διορθωθούν οι ατέλειες στον χρηματοοικονομικό τομέα, μέσω θεσμικής μεταρρύθμισης, και να αποκατασταθεί η εύθραυστη εμπιστοσύνη και αξιοπιστία στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.



Ανταγωνισμός και ανταγωνιστικότητα
Αναμφίβολα, η διατήρηση ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος, με ανοικτές και διεκδικήσιμες αγορές, συνιστά την καλύτερη τονωτική ένεση για την διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητας και τη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων. Σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον οι επιχειρήσεις υποχρεώνονται να καινοτομούν και να αναζητούν συνεχώς νέους τρόπους ικανοποίησης της ζήτησης. Η κούρσα για απόκτηση ανταγωνιστικού προβαδίσματος στην αγορά ενισχύει καθοριστικά τα κίνητρα των επιχειρήσεων για να μειώσουν το κόστος παραγωγής τους και να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητά τους.

Το ανταγωνιστικό περιβάλλον στρεβλώνεται συχνά λόγω αχρείαστων και ανώφελων κρατικών παρεμβάσεων που λαμβάνουν χώρα τόσο στο θεσμικό πλαίσιο όσο και στο επίπεδο της αγοράς. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων είναι η Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου που κατέχει μονοπωλιακή δύναμη στην εισαγωγή και διανομή σιτηρών στην Κύπρο και το Σφαγείο Κοφίνου που λόγω της απουσίας ανταγωνισμού λειτουργεί με υπερβολικά υψηλό κόστος και πλεονάζον εργατικό δυναμικό. Αυτές οι δραστηριότητες θα μπορούσαν να μεταφερθούν στον ιδιωτικό τομέα. Δεν είναι ο ρόλος του κράτους να εισάγει/ αποθηκεύει/διανέμει σιτηρά ούτε και να σφάζει ζώα. Αντιθέτως, ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να είναι η δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου που να ευνοεί την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και τη διεύρυνση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Αρχή Λιμένων Κύπρου, η οποία διαχειρίζεται μονοπωλιακά και τα δύο λιμάνια της Κύπρου αποκλείοντας έτσι κάθε δυνατότητα ανάπτυξης ανταγωνισμού (μεταξύ των δύο λιμανιών) και βελτίωσης της ποιότητας των προσφερομένων υπηρεσιών για προσέλκυση πελατών.

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, η βελτίωση των συνθηκών του ανταγωνισμού θα μπορούσε δυνητικά να συμβάλει στην επιτάχυνση της οικονομικής ανάκαμψης και στην επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Ρυθμιστική πολιτική
Σημαντική επίσης είναι και η παρέμβαση σε επίπεδο ρύθμισης. Η δυσλειτουργία ορισμένων αγορών (π.χ. ηλεκτρικής ενέργειας) οφείλεται στην κακή ποιότητα ρύθμισης και στην ρυθμιστική αδράνεια ή σύλληψη. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι λόγω των σημαντικών διασυνδέσεων των ρυθμισμένων αγορών (π.χ. ενέργεια, τηλεπικοινωνίες) με άλλους κλάδους ή αγορές της οικονομίας, η βλάβη που προκαλείται λόγω της ρυθμιστικής ατονίας διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία με αποτέλεσμα την αποψίλωση της ανταγωνιστικότητας της.

Επομένως, η αναμόρφωση και βελτίωση του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου είναι δυνατόν να βοηθήσει την αποδέσμευση παραγωγικών δυνάμεων και να ενισχύσει την αποδοτική λειτουργία των αγορών.

Κρατικές ενισχύσεις
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η στρέβλωση δημιουργείτε λόγω κρατικής ενίσχυσης ή στήριξης. Για παράδειγμα, η προσπάθεια επιλογής «εθνικών πρωταθλητών» ή διατήρησης αποτυχημένων επιχειρηματικών μοντέλων μέσω κρατικών επιχορηγήσεων (π.χ. Κυπριακές Αερογραμμές) αποδυναμώνει σημαντικά τα κίνητρα για μείωση του κόστους λειτουργίας ή για ανάληψη πρωτοβουλιών για νέες επενδύσεις. Η στρέβλωση των κινήτρων συμβάλλει στην επιδείνωση της ύφεσης και συγχρόνως επιβάλλει ένα πρόσθετο φορολογικό βάρος το οποίο θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Για να διορθωθούν τα μικροοικονομικά προβλήματα και να μην προκληθεί μεγαλύτερη ζημιά στην οικονομία θα πρέπει να αποφευχθούν παρεμβάσεις που εξυπηρετούν διάφορες οργανωμένες ομάδες που ασκούν παρασκηνιακές πιέσεις για προώθηση των δικών τους συμφερόντων. Αποφάσεις για διαρθρωτικές αλλαγές ή μεταρρυθμίσεις που αναβάλλονται ή παρεμβάλλονται από φορείς ή οργανωμένα σύνολα που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση του δικού τους οφέλους έχουν ως αποτέλεσμα τον στραγγαλισμό της δυναμικής της οικονομίας.

Η επιτυχής αντιμετώπιση των πολυσχιδών μικροοικονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η Κύπρος απαιτεί την εκπόνηση ενός σχεδίου και την εφαρμογή μίας δέσμης μέτρων που να αναδιοργανώνει και να εκσυγχρονίζει το μίκρο-επίπεδο. Μόνο με την ενίσχυση του παραγωγικών και ανταγωνιστικών δομών και την εξασφάλιση ενός στέρεου και διαφανούς ρυθμιστικού πλαισίου θα δημιουργηθεί ένα περιβάλλον πρόσφορο για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η οικονομική πολιτική είναι όπως την κηπουρική. Ο επιτυχημένος κηπουρός είναι αυτός που προσφέρει στα φυτά του το κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτυχθούν και όχι αυτός που τραβάει τα φυτά έχοντας της ψευδαίσθηση ότι έτσι θα αναπτυχθούν ταχύτερα.


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 5-8-2013)

Wednesday, 3 July 2013

Οι προκλήσεις της Πολιτικής του Ανταγωνισμού σε περιόδους κρίσεων

Η πρόσφατη οικονομική κρίση έχει αναντίλεκτα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στο θεσμό της αγοράς. Κάποιοι, μάλιστα, ισχυρίζονται ότι ο αδυσώπητος ανταγωνισμός στα πλαίσια των αγορών και η επιδίωξη του ιδιωτικού κέρδους έχει συμβάλει καθοριστικά στην εκδήλωση της εν εξελίξει κρίσης στις χρηματαγορές. 

Ωστόσο, δεν υπάρχουν εμπειρικές μελέτες που να αποκρυσταλλώνουν οποιαδήποτε διασύνδεση μεταξύ της έντασης του ανταγωνισμού και της χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2008 και επεκτάθηκε μετέπειτα στην Ευρώπη. Αντιθέτως, υπάρχει σχετική ομογνωμία ανάμεσα στους οικονομολόγους σε σχέση με τις ευεργετικές επιδράσεις του ανταγωνισμού σε μια οικονομία, ανεξάρτητα από τη φάση του οικονομικού κύκλου στην οποία βρίσκεται.

Όταν οι αγορές λειτουργούν χωρίς στρεβλώσεις και ο ανταγωνισμός είναι αποδοτικός οι καταναλωτές επωφελούνται από τις χαμηλότερες τιμές (και επομένως χαμηλότερο πληθωρισμό) και την καλύτερη ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών. Έχουν, επίσης, ένα μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο διαθέσιμων επιλογών. Από την άλλη, η ανταγωνιστική πίεση επιβάλλει πειθαρχία στις επιχειρήσεις με αποτέλεσμα τη συνεχή προσπάθεια από πλευράς τους για απόκτηση ανταγωνιστικού προβαδίσματος στην αγορά μέσω επενδύσεων σε  καινοτομίες. Τα οφέλη αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά σε περιόδους κρίσεων, όπου το ζητούμενο είναι η οικονομική μεγέθυνση. 

Κεντρικό ρόλο στη βελτίωση των προοπτικών μεγέθυνσης μιας οικονομίας διαδραματίζει η Πολιτική του Ανταγωνισμού (με τον όρο «Πολιτική του Ανταγωνισμού» εννοούμε το σύνολο των πολιτικών και των νόμων που διασφαλίζουν ότι ο ανταγωνισμός στην αγορά δεν περιορίζεται κατά τρόπο που να συρρικνώνεται η οικονομική ευημερία). Ο συνδυασμός μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και μίας σθεναρής Πολιτικής του Ανταγωνισμού συνιστά ίσως την καλύτερη στρατηγική για περιορισμό των αρνητικών επιδράσεων της κρίσης στην πραγματική οικονομία και προαγωγή της οικονομικής ανάκαμψης.


Στη συνέχεια αναφέρονται οι κυριότερες προκλήσεις που αναφύονται λόγω της οικονομικής κρίσης για την Πολιτική του Ανταγωνισμού, καθώς και για τις αρχές που κατά νόμο αναλαμβάνουν την προστασία του ανταγωνισμού. Οι προκλήσεις είναι τόσο θεσμικές, όσο και λειτουργικές, και κωδικοποιούνται ως εξής: α) εκσυγχρονισμός διαδικασιών, β) ιεράρχηση προτεραιοτήτων και γ) ευαισθητοποίηση (advocacy).

Εκσυγχρονισμός διαδικασιών
Σε περιόδους κρίσεων το ζητούμενο είναι η σταθεροποίηση του οικονομικού συστήματος. Προκειμένου μια αρχή ανταγωνισμού να είναι ικανή να αντιδράσει σε επείγουσες και έκτακτες καταστάσεις θα πρέπει οι διαδικασίες ελέγχου και λήψης αποφάσεων να εκσυγχρονιστούν και να βελτιστοποιηθούν. Εάν η τρέχουσα οικονομική συγκυρία αγνοηθεί, τότε ενδεχομένως να υπονομευθεί η σταθερότητα του οικονομικού συστήματος χωρίς κατ’ ανάγκην να προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με τους κανόνες του ανταγωνισμού.

Ιεράρχηση προτεραιοτήτων
Ο καθορισμός και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων είναι αυξανόμενα σημαντική σε περιόδους κρίσεων. Μια αρχή ανταγωνισμού θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι πεπερασμένοι πόροι που έχει στη διάθεση της (ανθρώπινοι και τεχνικοί) διοχετεύονται και αξιοποιούνται με τον πιο αποδοτικό τρόπο, σε παρεμβάσεις όπου το αναμενόμενο όφελος για την κοινωνία είναι σχετικά μεγάλο. Αυτό επιτυγχάνεται με την επικέντρωση των ερευνών σε κλάδους της οικονομίας που είτε άμεσα είτε έμμεσα επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, π.χ. ηλεκτρική ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, πετρελαιοειδή, γαλακτοβιομηχανία. Μια σημαντική ιδιαιτερότητα των πιο πάνω κλάδων/αγορών είναι ότι λόγω του υψηλού βαθμού οριζόντιων και κάθετων διασυνδέσεων που έχουν με άλλους κλάδους/αγορές της οικονομίας επηρεάζουν καθοριστικά την βάση κόστους των επιχειρήσεων, και κατά επέκταση την παραγωγικότητα ολόκληρης της οικονομίας.

Ευαισθητοποίηση (advocacy)
Σε ένα περιβάλλον που η εμπιστοσύνη στις αγορές έχει κλονιστεί και διάφορες οργανωμένες ομάδες συμφερόντων ασκούν έντονες πιέσεις για υιοθέτηση πολιτικών χαλάρωσης του ανταγωνισμού, ο ρόλος των αρχών ανταγωνισμού είναι αναβαθμισμένος. Μπορεί επιφανειακά να φαίνεται ότι η χαλάρωση του ανταγωνισμού είναι μια μη δαπανηρή κυβερνητική επιλογή, καθώς δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε άμεση επιβάρυνση για τους φορολογούμενους, εντούτοις συνιστά ένα μη αποτελεσματικό μέτρο για ενίσχυση των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες. Αυτό οφείλεται στο ότι οι πρακτικές χαλάρωσης του ανταγωνισμού συνήθως στρεβλώνουν τα κίνητρα των επιχειρήσεων για προσαρμογή στα νέα δεδομένα, αφού οι επιδόσεις τους στηρίζονται στην κρατική ενίσχυση και όχι στη βάση των συνετών και διορατικών επιχειρηματικών αποφάσεων που λαμβάνονται στα πλαίσια της αγοράς.

Από την άλλη, το κόστος που συνεπάγεται η χαλάρωση του ανταγωνισμού μετακυλίεται εμμέσως στους καταναλωτές, είτε μέσω των αυξημένων τιμών, είτε μέσω της υποβαθμισμένης ποιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών. Και επειδή οι καταναλωτές δεν είναι τόσο καλά οργανωμένοι και συμπαγείς όσο οι επιχειρήσεις που ασκούν πολιτική πίεση για υιοθέτηση μέτρων χαλάρωσης του ανταγωνισμού, οι αρχές ανταγωνισμού καλούνται να προσφέρουν μια εξισορροπητική δύναμη στις προσπάθειες αποψίλωσης της δυναμικής του ανταγωνισμού. Αυτό επιτυγχάνεται με την ανάδειξη και εκτίμηση των ωφελειών που προκύπτουν από τον ανταγωνισμό, μέσω εργαλείων που έχουν αναπτυχθεί για την αξιολόγηση της επίδρασης διαφόρων πολιτικών επιλογών στον ανταγωνισμό (π.χ. Οδηγός Αξιολόγησης Συνθηκών Ανταγωνισμού, τόμος 1 και 2, ΟΟΣΑ 2011) και τη διασφάλιση ότι τα ζητήματα του ανταγωνισμού λαμβάνονται υπόψη από τους φορείς διαμόρφωσης πολιτικής.



Τέλος, καθώς η κρίση εντείνει την πίεση για περιορισμό των κυβερνητικών δαπανών, οι αρχές ανταγωνισμού οφείλουν να δικαιολογήσουν τους πόρους που λαμβάνουν από τους φορολογούμενους. Θα πρέπει δηλαδή να αποδείξουν, με εμπεριστατωμένες και αμερόληπτες μελέτες, ότι η παρουσία και η παρέμβαση τους αποφέρει πραγματικά και μετρήσιμα οφέλη ώστε να αποκτήσουν την απαραίτητη κοινωνική νομιμοποίηση.


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 7-7-2013)

Wednesday, 8 May 2013

Προς ένα νέο πλαίσιο διαχείρισης των τραπεζικών κρίσεων

Τον τελευταίο καιρό γίνονται πολλές και έντονες συζητήσεις σε σχέση με τη μορφή που θα πρέπει να λαμβάνει η παρέμβαση του κράτους σε τραπεζικές κρίσεις. Η μέχρι σήμερα πρακτική είναι ότι ένα τραπεζικό ίδρυμα που θεωρείται πολύ μεγάλο δεν θα πρέπει να αφήνεται να καταρρεύσει (too big to fail). Στο παρόν άρθρο, διερευνώνται οι επιδράσεις της εν λόγω πρακτικής στα κίνητρα των τραπεζών και των καταθετών. Συγκεκριμένα, η ανάλυση εστιάζει στο πρόβλημα του ηθικού κινδύνου (moral hazard) των τραπεζών και των καταθετών, ως αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης, και στον κίνδυνο της μετάδοσης της κρίσης (contagion) στο τραπεζικό σύστημα.
Το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου δημιουργείται λόγω του εφησυχασμού των τραπεζών ότι κάποιος άλλος θα πληρώσει το κόστος των ενδεχόμενων κακών επιλογών τους (bailout). Η προσδοκία της κρατικής στήριξης σε περίπτωση αποτυχίας οδηγεί τις τράπεζες να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο ρίσκο, ώστε να αυξήσουν τις αποδόσεις τους και τα μπόνους των διευθυντικών στελεχών. Περαιτέρω, αποδυναμώνει τα κίνητρα τους για να ελέγξουν τους κινδύνους που αναλαμβάνουν. 

Η παντελής απουσία κρατικής παρέμβασης δεν θα έλυνε το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου. Η εγγυημένη στήριξη του κράτους, ως ύστατο καταφύγιο δανεισμού των τραπεζών στην περίπτωση που αυτές αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, ενισχύει τη δυνητικά εύθραυστη εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Η κατάρρευση μίας τράπεζας χωρίς την παρέμβαση του κράτους είναι δυνατόν να διαβρώσει την εμπιστοσύνη, που συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της τραπεζικής αγοράς, και να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, και γενικότερα την οικονομία. 

Με βάση τα πιο πάνω, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η παρέμβαση του κράτους για στήριξη προβληματικών τραπεζικών ιδρυμάτων προκαλεί δύο αντικρουόμενα αποτελέσματα. Αφενός, επιδεινώνει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου και αφετέρου, προάγει την εμπιστοσύνη στις τράπεζες και περιορίζει τον κίνδυνο μετάδοσης της κρίσης στο τραπεζικό σύστημα. 

Ο κίνδυνος μετάδοσης είναι μία ιδιαιτερότητα της τραπεζικής αγοράς. Ενώ η πτώχευση μιας επιχείρησης σε οποιοδήποτε άλλο κλάδο της οικονομίας δημιουργεί ευκαιρίες για τους ανταγωνιστές της, η πτώχευση μιας τράπεζας συνιστά μια δυνητική απειλή για το σύνολο της τραπεζικής αγοράς, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για συστημικά σημαντικές τράπεζες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι τράπεζες συνδέονται μεταξύ τους τόσο άμεσα μέσω της διατραπεζικής αγοράς, όσο και έμμεσα μέσω της πραγματικής οικονομίας. 

Η χρεωκοπία μίας συστημικής τράπεζας είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει τη σπίθα που θα προκαλέσει μία παρατεταμένη οικονομική ύφεση, δημιουργώντας προβλήματα ακόμη και σε συνετές τράπεζες, ανεξαρτήτως της ποιότητας των δανειστικών και επενδυτικών χαρτοφυλακίων τους. Στο βαθμό μάλιστα που τα προβλήματα που συνεπάγεται η μετάδοση είναι σημαντικά, ώστε το κράτος να πρέπει να παρέμβει για να αναχαιτίσει τη διάδοση της κρίσης, οι τράπεζες ενδεχόμενα να έχουν ανεπαρκή κίνητρα να προστατευθούν από τον κίνδυνο μετάδοσης. Για παράδειγμα, δεν διατηρούν επαρκή κεφάλαια και ρευστότητα και αυξάνουν το μέγεθός τους ώστε να αυξηθεί το κόστος της μετάδοσης της κρίσης, και επομένως το κράτος να έχει ισχυρότερα κίνητρα για να παρέμβει. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή της Βασιλείας για την Εποπτεία του Τραπεζικού Συστήματος θέσπισε, μεταξύ άλλων, κανονιστικά πρότυπα που αφορούν την κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα των τραπεζών. Σύμφωνα με αυτά τα πρότυπα, οι τράπεζες θα πρέπει να διατηρούν επαρκή κεφάλαια ώστε να έχουν μεγαλύτερη αντοχή στους κραδασμούς που συνεπάγεται η μετάδοση της κρίσης. 

Πέραν όμως από τα κίνητρα των τραπεζών, η ακολουθούμενη πρακτική διάσωσης συστημικών τραπεζών επηρεάζει και τα κίνητρα των καταθετών. Λόγω της κρατικής προστασίας, οι καταθέτες δεν έχουν κίνητρα για να ασκήσουν επαρκή έλεγχο, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, στις δραστηριότητες της τράπεζας τους. Ως αποτέλεσμα, επιλέγουν να συνεργαστούν με ένα συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα στηριζόμενοι στη σύγκριση των σχετικών επιτοκιακών αποδόσεων και την οικογενειακή παράδοση εμπιστοσύνης σε μια τράπεζα, αντί στην βάση της αξιολόγησης του χαρτοφυλακίου και της ποιότητας του ενεργητικού της τράπεζας (πρόβλημα δυσμενούς επιλογής). Επιπρόσθετα, οι καταθέτες γνωρίζουν ότι σε περίπτωση κατάρρευσης της τράπεζας τους το κράτος θα παρέμβει για να τη διασώσει, και επομένως οι ίδιοι δεν θα υποστούν οποιεσδήποτε ζημιές. Κατά συνέπεια, οι καταθέτες δεν έχουν ισχυρά κίνητρα να επιβάλουν πειθαρχία στις τράπεζες (π.χ. απόσυρση των καταθέσεων τους) όταν υποπτευθούν ή διαπιστώσουν ότι η τράπεζα με την οποία συνεργάζονται αναλαμβάνει δραστηριότητες που ενέχουν υπέρμετρους κινδύνους (πρόβλημα ηθικού κινδύνου). 

Οι πιο πάνω αδυναμίες στην αρχιτεκτονική της κρατικής παρέμβασης στην τραπεζική αγορά αποτέλεσαν διαχρονικά αντικείμενο συζητήσεων και έντονων ζυμώσεων σε διεθνές επίπεδο. Μετά την κρίση του 2008 στις ΗΠΑ και τη κατάρρευση της Lehman Brothers και την στήριξη του ασφαλιστικού κολοσσού AIG, οι συζητήσεις αναφορικά με τη δημιουργία ενός νέου πιο αποτελεσματικού μηχανισμού αντιμετώπισης των προβλημάτων του ηθικού κινδύνου και του κινδύνου μετάδοσης αναθερμάνθηκαν. Πιο κάτω αναφέρονται τρείς εισηγήσεις που κυριαρχούν στις πρόσφατες συζητήσεις. 

Μια εισήγηση είναι να περιοριστεί η κρατική στήριξη μόνο σε τραπεζικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στην παραδοσιακή λιανική τραπεζική. Αυτό θα αποτρέψει την ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων και θα υποκινήσει τις τράπεζες να επικεντρωθούν στις παραδοσιακές λειτουργίες παροχής υπηρεσιών που αφορούν συστήματα πληρωμών, μέσω των λογαριασμών των πελατών τους, και δημιουργίας πίστης (στο πρότυπο του Συνεργατισμού). Η εφαρμογή αυτού του μέτρου αναμένεται να περιορίσει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου. Στο βαθμό μάλιστα που θα προκαλέσει τη συρρίκνωση του μεγέθους των τραπεζών, αυτό το μέτρο είναι δυνατό να αμβλύνει τις αρνητικές επιπτώσεις που προκαλούνται στο τραπεζικό σύστημα, και γενικότερα στο μακροοικονομικό περιβάλλον, από τον κίνδυνο μετάδοσης. 

Μια άλλη εισήγηση είναι να θεσπιστούν αυστηρότερες απαιτήσεις σε σχέση με την ελάχιστη κεφαλαιακή επάρκεια, ώστε οι τράπεζες να είναι περισσότερο καλυμμένες σε σχέση με τους κινδύνους που αναλαμβάνουν και να έχουν μεγαλύτερη αντοχή σε κραδασμούς του συστήματος. Για να μην δημιουργούνται άλλου είδους στρεβλώσεις στο σύστημα, οι πρόσθετες απαιτήσεις θα πρέπει να σταθμίζονται ανάλογα με το μέγεθος της τράπεζας, κατά τρόπο που να αντικατοπτρίζει τη συνεισφορά της κάθε τράπεζας στον συστημικό κίνδυνο μετάδοσης της κρίσης. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, είναι δυνατό να οδηγήσει τις τράπεζες στην αναζήτηση άλλων πηγών κέρδους, εκτός ισολογισμού. Επομένως, αν και το μέτρο αυτό μπορεί να συγκρατήσει τις αρνητικές επιπτώσεις από τη μετάδοση της κρίσης, είναι πολύ πιθανό να οξύνει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου. 

Μια επιπρόσθετη εισήγηση είναι το κόστος αποτυχίας μιας τράπεζας να το επωμίζεται πρωτίστως η ίδια η τράπεζα, δηλαδή οι μέτοχοι και οι ανασφάλιστοι καταθέτες (bail-in). Η υιοθέτηση αυτού του μέτρου θα περιορίσει σημαντικά το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου, γιατί θα ενεργοποιήσει τους καταθέτες και τους μετόχους να ελέγχουν πιο σθεναρά την εκτελεστική διεύθυνση και τις αποφάσεις της τράπεζάς τους. Από την άλλη, όμως, διακινδυνεύει την σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος μέσω της πιθανότητας μετάδοσης της κρίσης. 

Οι πιο πάνω εισηγήσεις μπορεί να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, ώστε ο συνδυασμός τους να περιορίσει δραστικά τόσο το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου όσο και τον του κίνδυνο μετάδοσης της κρίσης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του συνδυασμού των πιο πάνω μέτρων είναι η αποκρυστάλλωση από το κράτος ότι ο στόχος της κρατικής παρέμβασης δεν είναι η διάσωση προβληματικών τραπεζών αλλά η διευκόλυνση της ομαλής χρεοκοπίας τους – ελεγχόμενη χρεωκοπία - (π.χ. μέσω της μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων σε μία ενδιάμεση τράπεζα - τράπεζα γέφυρα - ή μέσω του διαχωρισμού «καλής» και «κακής» τράπεζας), και ότι το κράτος θα διασφαλίσει την σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. 

Ένας συνδυασμός των πιο πάνω εισηγήσεων εφαρμόστηκε και στην περίπτωση της Κύπρου. Ο κυπριακός τραπεζικός τομέας θα πρέπει να συρρικνωθεί δραστικά τα επόμενα χρόνια, οι τράπεζες θα πρέπει να ενισχύσουν σημαντικά τα ελάχιστα κεφαλαιακά αποθέματα τους, και οι ανασφάλιστοι καταθέτες και οι μέτοχοι θα συμβάλουν στο κόστος της διάσωσης των αποτυχημένων τραπεζών. 

Το μέλλον θα δείξει κατά πόσον το πλαίσιο της «λύσης» που δόθηκε στην κυπριακή τραπεζική κρίση θα αποτελέσει το νέο πρότυπο διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων. Πάντως, από οικονομικής άποψης φαίνεται να επιτυγχάνεται καλύτερη ευθυγράμμιση των κινήτρων των οικονομικών δρώντων (κράτους, τραπεζών και καταθετών).

Wednesday, 10 April 2013

Μείωση ενοικίων δια νόμου

Το 2007 δύο φίλοι, ο Μάριος και ο Κώστας, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μία μικρή επιχείρηση στην Κύπρο. Η κατάσταση στην αγορά ακινήτων ήταν πολύ ζόρικη τότε με την έννοια ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί διαθέσιμο κατάστημα για να στεγάσουν την επιχειρηματική τους ιδέα. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων είχαν αποκτήσει τεράστια διαπραγματευτική δύναμη λόγω της υπερβάλλουσας ζήτησης για επιχειρηματική στέγη. Αυτό αντικατοπτριζόταν και στο ύψος των ενοικίων, οι ιδιοκτήτες ζητούσαν πολλές φορές «παράλογα» ποσά για ένα κατάστημα. Ωστόσο, ο Μάριος και ο Κώστας κατάφεραν να εντοπίσουν κατάστημα και μέσα σε μερικούς μήνες η επένδυση που είχαν κάνει άρχισε να αποδίδει.

Λίγα χρόνια αργότερα έσκασε η φούσκα των ακινήτων. Ο συνδυασμός της μειωμένης κατανάλωσης και των υπερβολικών ενοικίων οδήγησε πολλές επιχειρήσεις εκτός αγοράς. Ως αποτέλεσμα, στην περιοχή που δραστηριοποιούνται σήμερα ο Μάριος και ο Κώστας περισσότερο από το 35% των καταστημάτων είναι διαθέσιμα προς ενοικίαση. Λόγω των αρνητικών εξελίξεων στη μακροοικονομική κατάσταση της οικονομίας οι δυο φίλοι αποφάσισαν να ζητήσουν διαπραγμάτευση με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος για μείωση του ενοικίου. Πίστευαν ότι ο κύριος Θεοδόσης, ιδιοκτήτης του καταστήματος, που ήταν «άνθρωπος του παζαριού» θα έδειχνε κατανόηση καθώς και η δική του επιχείρηση είδε τους τζίρους της να μειώνονται δραματικά. Προς έκπληξή τους όμως ο ιδιοκτήτης αρνήθηκε να συζητήσει οποιαδήποτε μείωση ενοικίου. Η μόνη παραχώρηση που θα μπορούσε να κάνει ήταν να μην επιβάλει αύξηση στο ενοίκιο, όπως «δικαιούται» σημείωσε, όταν θα ανανεωθεί η σύμβαση ενοικίασης.


Παρόλες τις προσπάθειες και τα επιχειρήματα που προέβαλαν για να μεταπείσουν τον ιδιοκτήτη του καταστήματος ο τελευταίος ήταν ανένδοτος. Του εξήγησαν, μεταξύ άλλων, ότι η οικονομία της Κύπρου παραπαίει με συνέπεια η κατανάλωση να μειωθεί σημαντικά. Ότι στην κτηματαγορά είχε δημιουργηθεί μία επικίνδυνη φούσκα, η οποία έσκασε και ότι τα πρόσφατα στοιχεία από την αγορά ακινήτων ήταν καταθλιπτικά. Οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να μειώνονται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Το ίδιο και τα ενοίκια. Επιπρόσθετα, προσπάθησαν να εξηγήσουν ότι μία λογική μείωση στο ύψος του ενοικίου θα ήταν επωφελής και για τα δύο μέρη – ενοικιαστή και ιδιοκτήτη. Θα διασφάλιζε την απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης τους και επομένως την συνεχή καταβολή ενοικίων στο μέλλον. Σε περίπτωση που η επιχείρηση τερμάτιζε τις εμπορικές δραστηριότητες της, χαμένος θα ήταν και ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, αφού στον ίδιο δρόμο υπάρχουν διαθέσιμα καταστήματα με ενοίκια τουλάχιστον 30% χαμηλότερα. Επομένως, το προσδοκώμενο μελλοντικό ενοίκιο δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ενοίκιο που ζητούν ιδιοκτήτες γειτονικών καταστημάτων. 

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μάριος και ο Κώστας πληρώνουν το υψηλότερο ενοίκιο της περιοχής, πέραν από 30% σε σχέση με το αμέσως επόμενο υψηλότερο ενοίκιο. Και θα μπορούσαν βέβαια να μεταφερθούν σε ένα άλλο κατάστημα της περιοχής, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν παρακινδυνευμένο λόγω της οικονομικής κρίσης. Γνώριζαν ότι το κόστος χρήματος είναι απαγορευτικά υψηλό, και ότι η στρόφιγγα των τραπεζών δύσκολα ανοίγει για να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις αυτή την χρονική περίοδο. 
Τελικά, ο Μάριος και ο Κώστας αποφάσισαν να συνεχίσουν την επιχειρηματική δραστηριότητας τους και να καταβάλλουν το ενοίκιο στον ιδιοκτήτη, όπως είχαν αρχικά συμφωνήσει, χωρίς καμία μείωση, μέχρι να «υποχρεωθούν» από την αγορά να τερματίσουν τη λειτουργία της μικρής επιχείρησης τους. 

Η πιο πάνω ιστορία είναι ενδεικτική των δυσκολιών που υπάρχουν σήμερα στην αγορά ακινήτων. Οι εν λογω δυσκολίες οφείλονται στην αποτυχία του μηχανισμού της αγοράς, είτε λόγω της υπερβολικής δύναμης που απέκτησαν οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έναντι των ενοικιαστών, είτε λόγω της ασύμμετρης πληροφόρησης μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.

Το κράτος έχει υποχρέωση να παρέμβει για να προστατεύσει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις από τύπους σαν τον ιδιοκτήτη της πιο πάνω ιστορίας, που φαίνεται είτε να μην αντιλαμβάνονται τη δυσμενή κατάσταση της κυπριακής οικονομίας, είτε να μην θέλουν να συνεισφέρουν στην κρίση παρά μόνο να εκμεταλλευτούν τους αντισυμβαλλόμενους τους. Όταν η οικονομία λειτουργούσε με ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης οι αποδόσεις στην κτηματαγορά μεγεθύνονταν, προσφέροντας σημαντικά κέρδη και αποδόσεις για τους ιδιοκτήτες της γης και των καταστημάτων. Τώρα που η κατάσταση είναι σχεδόν εκτός ελέγχου, με το ΑΕΠ να δέχεται ένα ισχυρό σοκ, λόγο της κρίσης στον τραπεζικό τομέα αλλά και της κρίσης χρέους, οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα πρέπει να συνεισφέρουν, όπως άλλωστε συνεισφέρουν και άλλες ομάδες του πληθυσμού.
Εάν η Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας κρίνει ότι μια παρέμβαση στις ιδιωτικές συμβάσεις μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών για μείωση των ενοικίων, είτε με νόμο είτε με κανονισμό, αντίκειται στο σύνταγμα, τότε η κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα με φορολόγηση των ενοικίων. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν θα πρέπει να εξαιρεθούν από την κατανομή των βαρών που δημιούργησε η κρίση στην Κύπρο. Δεν θα πρέπει να αγνοούν ότι η ευθύνη για την φούσκα των ακινήτων βαραίνει, εν μέρει, και τους ιδίους. 

Και κάτι τελευταίο, ως απάντηση στην Διεθνή Ομοσπονδία Επαγγελματιών Ακίνητης Ιδιοκτησίας (FΙABCI) η οποία εκφράζει την κάθετη διαφωνία της στην κρατική παρέμβαση για μείωση των ενοικίων. Η φούσκα των ακινήτων έσκασε, η αγορά δυσλειτουργούσε λόγω στρεβλώσεων στον μηχανισμό των τιμών. Και επειδή η αγορά δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να λειτουργήσει αποδοτικά, επειδή το σύστημα των τιμών αδυνατεί να εξισορροπήσει την προσφορά και τη ζήτηση, γι’ αυτό άλλωστε όπου κοιτάξεις βλέπεις πινακίδες με «Ενοικιάζεται», το κράτος θα πρέπει να παρέμβει. Το κράτος θα πρέπει να βοηθήσει την αγορά (κτηματαγορά) να μπει σε μία νέα τροχιά που θα οδηγήσει σε μια νέα ισορροπία, η οποία θα είναι επωφελής και για τους ιδιοκτήτες ακινήτων και για τις επιχειρήσεις, αλλά και για το σύνολο της οικονομίας. Πάντως, αν συνεχίσουν με την ίδια λογική οι επαγγελματίες ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα έχουν μέλλον στην Κύπρο, για τον απλό λόγο ότι δεν θα υπάρχει αγορά ακινήτων αφού μετά βεβαιότητας θα καταρρεύσει!
.


Υστερόγραφο: Η πιο πάνω ιστορία είναι πραγματική. Τα ονόματα, ωστόσο, είναι φανταστικά … για ευνόητους λόγους.