Friday, 2 August 2013

Οι μικροοικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Κύπρος

Οι δημόσιες συζητήσεις μετά την πρωτοφανή απόφαση του Γιούρογκρουπ τον περασμένο Μάρτιο για κούρεμα των καταθέσεων επικεντρώνονται κυρίως στις μακροοικονομικές στρατηγικές και εργαλεία για την άμβλυνση των κραδασμών που προκλήθηκαν στην οικονομία.

Η διόρθωση των ανισορροπιών και η βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση των δυσμενών επιδράσεων είναι σημαντική, ωστόσο, δεν θα πρέπει να αφεθεί να επισκιάσει την ανάγκη για μακροπρόθεσμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Η εμπέδωση συνθηκών μακροοικονομικής σταθερότητας προϋποθέτει τον εντοπισμό των ιδιαίτερων προβλημάτων που οδήγησαν την Κύπρο στη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα και την ριζική επίλυση τους. 

Είναι γεγονός ότι πολλά από τα μακροοικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η κυπριακή οικονομία οφείλονται σε διαχρονικές μικροοικονομικές παθογένειες. Για παράδειγμα, στην απουσία αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε καθοριστικής σημασίας κλάδους της οικονομίας, στην στήριξη αποτυχημένων κρατικών επιχειρήσεων και σε ρυθμιστικές εμπλοκές. Συνεπώς, το κλειδί για την έξοδο από την κρίση είναι η διόρθωση των μικροοικονομικών αδυναμιών και η άρση των αντικινήτρων.

Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η Κύπρος σήμερα είναι να διορθωθούν οι ατέλειες στον χρηματοοικονομικό τομέα, μέσω θεσμικής μεταρρύθμισης, και να αποκατασταθεί η εύθραυστη εμπιστοσύνη και αξιοπιστία στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.



Ανταγωνισμός και ανταγωνιστικότητα
Αναμφίβολα, η διατήρηση ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος, με ανοικτές και διεκδικήσιμες αγορές, συνιστά την καλύτερη τονωτική ένεση για την διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητας και τη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων. Σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον οι επιχειρήσεις υποχρεώνονται να καινοτομούν και να αναζητούν συνεχώς νέους τρόπους ικανοποίησης της ζήτησης. Η κούρσα για απόκτηση ανταγωνιστικού προβαδίσματος στην αγορά ενισχύει καθοριστικά τα κίνητρα των επιχειρήσεων για να μειώσουν το κόστος παραγωγής τους και να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητά τους.

Το ανταγωνιστικό περιβάλλον στρεβλώνεται συχνά λόγω αχρείαστων και ανώφελων κρατικών παρεμβάσεων που λαμβάνουν χώρα τόσο στο θεσμικό πλαίσιο όσο και στο επίπεδο της αγοράς. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων είναι η Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου που κατέχει μονοπωλιακή δύναμη στην εισαγωγή και διανομή σιτηρών στην Κύπρο και το Σφαγείο Κοφίνου που λόγω της απουσίας ανταγωνισμού λειτουργεί με υπερβολικά υψηλό κόστος και πλεονάζον εργατικό δυναμικό. Αυτές οι δραστηριότητες θα μπορούσαν να μεταφερθούν στον ιδιωτικό τομέα. Δεν είναι ο ρόλος του κράτους να εισάγει/ αποθηκεύει/διανέμει σιτηρά ούτε και να σφάζει ζώα. Αντιθέτως, ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να είναι η δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου που να ευνοεί την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και τη διεύρυνση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Αρχή Λιμένων Κύπρου, η οποία διαχειρίζεται μονοπωλιακά και τα δύο λιμάνια της Κύπρου αποκλείοντας έτσι κάθε δυνατότητα ανάπτυξης ανταγωνισμού (μεταξύ των δύο λιμανιών) και βελτίωσης της ποιότητας των προσφερομένων υπηρεσιών για προσέλκυση πελατών.

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, η βελτίωση των συνθηκών του ανταγωνισμού θα μπορούσε δυνητικά να συμβάλει στην επιτάχυνση της οικονομικής ανάκαμψης και στην επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Ρυθμιστική πολιτική
Σημαντική επίσης είναι και η παρέμβαση σε επίπεδο ρύθμισης. Η δυσλειτουργία ορισμένων αγορών (π.χ. ηλεκτρικής ενέργειας) οφείλεται στην κακή ποιότητα ρύθμισης και στην ρυθμιστική αδράνεια ή σύλληψη. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι λόγω των σημαντικών διασυνδέσεων των ρυθμισμένων αγορών (π.χ. ενέργεια, τηλεπικοινωνίες) με άλλους κλάδους ή αγορές της οικονομίας, η βλάβη που προκαλείται λόγω της ρυθμιστικής ατονίας διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία με αποτέλεσμα την αποψίλωση της ανταγωνιστικότητας της.

Επομένως, η αναμόρφωση και βελτίωση του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου είναι δυνατόν να βοηθήσει την αποδέσμευση παραγωγικών δυνάμεων και να ενισχύσει την αποδοτική λειτουργία των αγορών.

Κρατικές ενισχύσεις
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η στρέβλωση δημιουργείτε λόγω κρατικής ενίσχυσης ή στήριξης. Για παράδειγμα, η προσπάθεια επιλογής «εθνικών πρωταθλητών» ή διατήρησης αποτυχημένων επιχειρηματικών μοντέλων μέσω κρατικών επιχορηγήσεων (π.χ. Κυπριακές Αερογραμμές) αποδυναμώνει σημαντικά τα κίνητρα για μείωση του κόστους λειτουργίας ή για ανάληψη πρωτοβουλιών για νέες επενδύσεις. Η στρέβλωση των κινήτρων συμβάλλει στην επιδείνωση της ύφεσης και συγχρόνως επιβάλλει ένα πρόσθετο φορολογικό βάρος το οποίο θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Για να διορθωθούν τα μικροοικονομικά προβλήματα και να μην προκληθεί μεγαλύτερη ζημιά στην οικονομία θα πρέπει να αποφευχθούν παρεμβάσεις που εξυπηρετούν διάφορες οργανωμένες ομάδες που ασκούν παρασκηνιακές πιέσεις για προώθηση των δικών τους συμφερόντων. Αποφάσεις για διαρθρωτικές αλλαγές ή μεταρρυθμίσεις που αναβάλλονται ή παρεμβάλλονται από φορείς ή οργανωμένα σύνολα που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση του δικού τους οφέλους έχουν ως αποτέλεσμα τον στραγγαλισμό της δυναμικής της οικονομίας.

Η επιτυχής αντιμετώπιση των πολυσχιδών μικροοικονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η Κύπρος απαιτεί την εκπόνηση ενός σχεδίου και την εφαρμογή μίας δέσμης μέτρων που να αναδιοργανώνει και να εκσυγχρονίζει το μίκρο-επίπεδο. Μόνο με την ενίσχυση του παραγωγικών και ανταγωνιστικών δομών και την εξασφάλιση ενός στέρεου και διαφανούς ρυθμιστικού πλαισίου θα δημιουργηθεί ένα περιβάλλον πρόσφορο για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η οικονομική πολιτική είναι όπως την κηπουρική. Ο επιτυχημένος κηπουρός είναι αυτός που προσφέρει στα φυτά του το κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτυχθούν και όχι αυτός που τραβάει τα φυτά έχοντας της ψευδαίσθηση ότι έτσι θα αναπτυχθούν ταχύτερα.


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 5-8-2013)

Wednesday, 3 July 2013

Οι προκλήσεις της Πολιτικής του Ανταγωνισμού σε περιόδους κρίσεων

Η πρόσφατη οικονομική κρίση έχει αναντίλεκτα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στο θεσμό της αγοράς. Κάποιοι, μάλιστα, ισχυρίζονται ότι ο αδυσώπητος ανταγωνισμός στα πλαίσια των αγορών και η επιδίωξη του ιδιωτικού κέρδους έχει συμβάλει καθοριστικά στην εκδήλωση της εν εξελίξει κρίσης στις χρηματαγορές. 

Ωστόσο, δεν υπάρχουν εμπειρικές μελέτες που να αποκρυσταλλώνουν οποιαδήποτε διασύνδεση μεταξύ της έντασης του ανταγωνισμού και της χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2008 και επεκτάθηκε μετέπειτα στην Ευρώπη. Αντιθέτως, υπάρχει σχετική ομογνωμία ανάμεσα στους οικονομολόγους σε σχέση με τις ευεργετικές επιδράσεις του ανταγωνισμού σε μια οικονομία, ανεξάρτητα από τη φάση του οικονομικού κύκλου στην οποία βρίσκεται.

Όταν οι αγορές λειτουργούν χωρίς στρεβλώσεις και ο ανταγωνισμός είναι αποδοτικός οι καταναλωτές επωφελούνται από τις χαμηλότερες τιμές (και επομένως χαμηλότερο πληθωρισμό) και την καλύτερη ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών. Έχουν, επίσης, ένα μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο διαθέσιμων επιλογών. Από την άλλη, η ανταγωνιστική πίεση επιβάλλει πειθαρχία στις επιχειρήσεις με αποτέλεσμα τη συνεχή προσπάθεια από πλευράς τους για απόκτηση ανταγωνιστικού προβαδίσματος στην αγορά μέσω επενδύσεων σε  καινοτομίες. Τα οφέλη αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά σε περιόδους κρίσεων, όπου το ζητούμενο είναι η οικονομική μεγέθυνση. 

Κεντρικό ρόλο στη βελτίωση των προοπτικών μεγέθυνσης μιας οικονομίας διαδραματίζει η Πολιτική του Ανταγωνισμού (με τον όρο «Πολιτική του Ανταγωνισμού» εννοούμε το σύνολο των πολιτικών και των νόμων που διασφαλίζουν ότι ο ανταγωνισμός στην αγορά δεν περιορίζεται κατά τρόπο που να συρρικνώνεται η οικονομική ευημερία). Ο συνδυασμός μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και μίας σθεναρής Πολιτικής του Ανταγωνισμού συνιστά ίσως την καλύτερη στρατηγική για περιορισμό των αρνητικών επιδράσεων της κρίσης στην πραγματική οικονομία και προαγωγή της οικονομικής ανάκαμψης.


Στη συνέχεια αναφέρονται οι κυριότερες προκλήσεις που αναφύονται λόγω της οικονομικής κρίσης για την Πολιτική του Ανταγωνισμού, καθώς και για τις αρχές που κατά νόμο αναλαμβάνουν την προστασία του ανταγωνισμού. Οι προκλήσεις είναι τόσο θεσμικές, όσο και λειτουργικές, και κωδικοποιούνται ως εξής: α) εκσυγχρονισμός διαδικασιών, β) ιεράρχηση προτεραιοτήτων και γ) ευαισθητοποίηση (advocacy).

Εκσυγχρονισμός διαδικασιών
Σε περιόδους κρίσεων το ζητούμενο είναι η σταθεροποίηση του οικονομικού συστήματος. Προκειμένου μια αρχή ανταγωνισμού να είναι ικανή να αντιδράσει σε επείγουσες και έκτακτες καταστάσεις θα πρέπει οι διαδικασίες ελέγχου και λήψης αποφάσεων να εκσυγχρονιστούν και να βελτιστοποιηθούν. Εάν η τρέχουσα οικονομική συγκυρία αγνοηθεί, τότε ενδεχομένως να υπονομευθεί η σταθερότητα του οικονομικού συστήματος χωρίς κατ’ ανάγκην να προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με τους κανόνες του ανταγωνισμού.

Ιεράρχηση προτεραιοτήτων
Ο καθορισμός και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων είναι αυξανόμενα σημαντική σε περιόδους κρίσεων. Μια αρχή ανταγωνισμού θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι πεπερασμένοι πόροι που έχει στη διάθεση της (ανθρώπινοι και τεχνικοί) διοχετεύονται και αξιοποιούνται με τον πιο αποδοτικό τρόπο, σε παρεμβάσεις όπου το αναμενόμενο όφελος για την κοινωνία είναι σχετικά μεγάλο. Αυτό επιτυγχάνεται με την επικέντρωση των ερευνών σε κλάδους της οικονομίας που είτε άμεσα είτε έμμεσα επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, π.χ. ηλεκτρική ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, πετρελαιοειδή, γαλακτοβιομηχανία. Μια σημαντική ιδιαιτερότητα των πιο πάνω κλάδων/αγορών είναι ότι λόγω του υψηλού βαθμού οριζόντιων και κάθετων διασυνδέσεων που έχουν με άλλους κλάδους/αγορές της οικονομίας επηρεάζουν καθοριστικά την βάση κόστους των επιχειρήσεων, και κατά επέκταση την παραγωγικότητα ολόκληρης της οικονομίας.

Ευαισθητοποίηση (advocacy)
Σε ένα περιβάλλον που η εμπιστοσύνη στις αγορές έχει κλονιστεί και διάφορες οργανωμένες ομάδες συμφερόντων ασκούν έντονες πιέσεις για υιοθέτηση πολιτικών χαλάρωσης του ανταγωνισμού, ο ρόλος των αρχών ανταγωνισμού είναι αναβαθμισμένος. Μπορεί επιφανειακά να φαίνεται ότι η χαλάρωση του ανταγωνισμού είναι μια μη δαπανηρή κυβερνητική επιλογή, καθώς δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε άμεση επιβάρυνση για τους φορολογούμενους, εντούτοις συνιστά ένα μη αποτελεσματικό μέτρο για ενίσχυση των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες. Αυτό οφείλεται στο ότι οι πρακτικές χαλάρωσης του ανταγωνισμού συνήθως στρεβλώνουν τα κίνητρα των επιχειρήσεων για προσαρμογή στα νέα δεδομένα, αφού οι επιδόσεις τους στηρίζονται στην κρατική ενίσχυση και όχι στη βάση των συνετών και διορατικών επιχειρηματικών αποφάσεων που λαμβάνονται στα πλαίσια της αγοράς.

Από την άλλη, το κόστος που συνεπάγεται η χαλάρωση του ανταγωνισμού μετακυλίεται εμμέσως στους καταναλωτές, είτε μέσω των αυξημένων τιμών, είτε μέσω της υποβαθμισμένης ποιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών. Και επειδή οι καταναλωτές δεν είναι τόσο καλά οργανωμένοι και συμπαγείς όσο οι επιχειρήσεις που ασκούν πολιτική πίεση για υιοθέτηση μέτρων χαλάρωσης του ανταγωνισμού, οι αρχές ανταγωνισμού καλούνται να προσφέρουν μια εξισορροπητική δύναμη στις προσπάθειες αποψίλωσης της δυναμικής του ανταγωνισμού. Αυτό επιτυγχάνεται με την ανάδειξη και εκτίμηση των ωφελειών που προκύπτουν από τον ανταγωνισμό, μέσω εργαλείων που έχουν αναπτυχθεί για την αξιολόγηση της επίδρασης διαφόρων πολιτικών επιλογών στον ανταγωνισμό (π.χ. Οδηγός Αξιολόγησης Συνθηκών Ανταγωνισμού, τόμος 1 και 2, ΟΟΣΑ 2011) και τη διασφάλιση ότι τα ζητήματα του ανταγωνισμού λαμβάνονται υπόψη από τους φορείς διαμόρφωσης πολιτικής.



Τέλος, καθώς η κρίση εντείνει την πίεση για περιορισμό των κυβερνητικών δαπανών, οι αρχές ανταγωνισμού οφείλουν να δικαιολογήσουν τους πόρους που λαμβάνουν από τους φορολογούμενους. Θα πρέπει δηλαδή να αποδείξουν, με εμπεριστατωμένες και αμερόληπτες μελέτες, ότι η παρουσία και η παρέμβαση τους αποφέρει πραγματικά και μετρήσιμα οφέλη ώστε να αποκτήσουν την απαραίτητη κοινωνική νομιμοποίηση.


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 7-7-2013)

Wednesday, 8 May 2013

Προς ένα νέο πλαίσιο διαχείρισης των τραπεζικών κρίσεων

Τον τελευταίο καιρό γίνονται πολλές και έντονες συζητήσεις σε σχέση με τη μορφή που θα πρέπει να λαμβάνει η παρέμβαση του κράτους σε τραπεζικές κρίσεις. Η μέχρι σήμερα πρακτική είναι ότι ένα τραπεζικό ίδρυμα που θεωρείται πολύ μεγάλο δεν θα πρέπει να αφήνεται να καταρρεύσει (too big to fail). Στο παρόν άρθρο, διερευνώνται οι επιδράσεις της εν λόγω πρακτικής στα κίνητρα των τραπεζών και των καταθετών. Συγκεκριμένα, η ανάλυση εστιάζει στο πρόβλημα του ηθικού κινδύνου (moral hazard) των τραπεζών και των καταθετών, ως αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης, και στον κίνδυνο της μετάδοσης της κρίσης (contagion) στο τραπεζικό σύστημα.
Το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου δημιουργείται λόγω του εφησυχασμού των τραπεζών ότι κάποιος άλλος θα πληρώσει το κόστος των ενδεχόμενων κακών επιλογών τους (bailout). Η προσδοκία της κρατικής στήριξης σε περίπτωση αποτυχίας οδηγεί τις τράπεζες να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο ρίσκο, ώστε να αυξήσουν τις αποδόσεις τους και τα μπόνους των διευθυντικών στελεχών. Περαιτέρω, αποδυναμώνει τα κίνητρα τους για να ελέγξουν τους κινδύνους που αναλαμβάνουν. 

Η παντελής απουσία κρατικής παρέμβασης δεν θα έλυνε το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου. Η εγγυημένη στήριξη του κράτους, ως ύστατο καταφύγιο δανεισμού των τραπεζών στην περίπτωση που αυτές αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, ενισχύει τη δυνητικά εύθραυστη εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Η κατάρρευση μίας τράπεζας χωρίς την παρέμβαση του κράτους είναι δυνατόν να διαβρώσει την εμπιστοσύνη, που συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της τραπεζικής αγοράς, και να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, και γενικότερα την οικονομία. 

Με βάση τα πιο πάνω, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η παρέμβαση του κράτους για στήριξη προβληματικών τραπεζικών ιδρυμάτων προκαλεί δύο αντικρουόμενα αποτελέσματα. Αφενός, επιδεινώνει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου και αφετέρου, προάγει την εμπιστοσύνη στις τράπεζες και περιορίζει τον κίνδυνο μετάδοσης της κρίσης στο τραπεζικό σύστημα. 

Ο κίνδυνος μετάδοσης είναι μία ιδιαιτερότητα της τραπεζικής αγοράς. Ενώ η πτώχευση μιας επιχείρησης σε οποιοδήποτε άλλο κλάδο της οικονομίας δημιουργεί ευκαιρίες για τους ανταγωνιστές της, η πτώχευση μιας τράπεζας συνιστά μια δυνητική απειλή για το σύνολο της τραπεζικής αγοράς, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για συστημικά σημαντικές τράπεζες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι τράπεζες συνδέονται μεταξύ τους τόσο άμεσα μέσω της διατραπεζικής αγοράς, όσο και έμμεσα μέσω της πραγματικής οικονομίας. 

Η χρεωκοπία μίας συστημικής τράπεζας είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει τη σπίθα που θα προκαλέσει μία παρατεταμένη οικονομική ύφεση, δημιουργώντας προβλήματα ακόμη και σε συνετές τράπεζες, ανεξαρτήτως της ποιότητας των δανειστικών και επενδυτικών χαρτοφυλακίων τους. Στο βαθμό μάλιστα που τα προβλήματα που συνεπάγεται η μετάδοση είναι σημαντικά, ώστε το κράτος να πρέπει να παρέμβει για να αναχαιτίσει τη διάδοση της κρίσης, οι τράπεζες ενδεχόμενα να έχουν ανεπαρκή κίνητρα να προστατευθούν από τον κίνδυνο μετάδοσης. Για παράδειγμα, δεν διατηρούν επαρκή κεφάλαια και ρευστότητα και αυξάνουν το μέγεθός τους ώστε να αυξηθεί το κόστος της μετάδοσης της κρίσης, και επομένως το κράτος να έχει ισχυρότερα κίνητρα για να παρέμβει. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή της Βασιλείας για την Εποπτεία του Τραπεζικού Συστήματος θέσπισε, μεταξύ άλλων, κανονιστικά πρότυπα που αφορούν την κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα των τραπεζών. Σύμφωνα με αυτά τα πρότυπα, οι τράπεζες θα πρέπει να διατηρούν επαρκή κεφάλαια ώστε να έχουν μεγαλύτερη αντοχή στους κραδασμούς που συνεπάγεται η μετάδοση της κρίσης. 

Πέραν όμως από τα κίνητρα των τραπεζών, η ακολουθούμενη πρακτική διάσωσης συστημικών τραπεζών επηρεάζει και τα κίνητρα των καταθετών. Λόγω της κρατικής προστασίας, οι καταθέτες δεν έχουν κίνητρα για να ασκήσουν επαρκή έλεγχο, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, στις δραστηριότητες της τράπεζας τους. Ως αποτέλεσμα, επιλέγουν να συνεργαστούν με ένα συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα στηριζόμενοι στη σύγκριση των σχετικών επιτοκιακών αποδόσεων και την οικογενειακή παράδοση εμπιστοσύνης σε μια τράπεζα, αντί στην βάση της αξιολόγησης του χαρτοφυλακίου και της ποιότητας του ενεργητικού της τράπεζας (πρόβλημα δυσμενούς επιλογής). Επιπρόσθετα, οι καταθέτες γνωρίζουν ότι σε περίπτωση κατάρρευσης της τράπεζας τους το κράτος θα παρέμβει για να τη διασώσει, και επομένως οι ίδιοι δεν θα υποστούν οποιεσδήποτε ζημιές. Κατά συνέπεια, οι καταθέτες δεν έχουν ισχυρά κίνητρα να επιβάλουν πειθαρχία στις τράπεζες (π.χ. απόσυρση των καταθέσεων τους) όταν υποπτευθούν ή διαπιστώσουν ότι η τράπεζα με την οποία συνεργάζονται αναλαμβάνει δραστηριότητες που ενέχουν υπέρμετρους κινδύνους (πρόβλημα ηθικού κινδύνου). 

Οι πιο πάνω αδυναμίες στην αρχιτεκτονική της κρατικής παρέμβασης στην τραπεζική αγορά αποτέλεσαν διαχρονικά αντικείμενο συζητήσεων και έντονων ζυμώσεων σε διεθνές επίπεδο. Μετά την κρίση του 2008 στις ΗΠΑ και τη κατάρρευση της Lehman Brothers και την στήριξη του ασφαλιστικού κολοσσού AIG, οι συζητήσεις αναφορικά με τη δημιουργία ενός νέου πιο αποτελεσματικού μηχανισμού αντιμετώπισης των προβλημάτων του ηθικού κινδύνου και του κινδύνου μετάδοσης αναθερμάνθηκαν. Πιο κάτω αναφέρονται τρείς εισηγήσεις που κυριαρχούν στις πρόσφατες συζητήσεις. 

Μια εισήγηση είναι να περιοριστεί η κρατική στήριξη μόνο σε τραπεζικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στην παραδοσιακή λιανική τραπεζική. Αυτό θα αποτρέψει την ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων και θα υποκινήσει τις τράπεζες να επικεντρωθούν στις παραδοσιακές λειτουργίες παροχής υπηρεσιών που αφορούν συστήματα πληρωμών, μέσω των λογαριασμών των πελατών τους, και δημιουργίας πίστης (στο πρότυπο του Συνεργατισμού). Η εφαρμογή αυτού του μέτρου αναμένεται να περιορίσει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου. Στο βαθμό μάλιστα που θα προκαλέσει τη συρρίκνωση του μεγέθους των τραπεζών, αυτό το μέτρο είναι δυνατό να αμβλύνει τις αρνητικές επιπτώσεις που προκαλούνται στο τραπεζικό σύστημα, και γενικότερα στο μακροοικονομικό περιβάλλον, από τον κίνδυνο μετάδοσης. 

Μια άλλη εισήγηση είναι να θεσπιστούν αυστηρότερες απαιτήσεις σε σχέση με την ελάχιστη κεφαλαιακή επάρκεια, ώστε οι τράπεζες να είναι περισσότερο καλυμμένες σε σχέση με τους κινδύνους που αναλαμβάνουν και να έχουν μεγαλύτερη αντοχή σε κραδασμούς του συστήματος. Για να μην δημιουργούνται άλλου είδους στρεβλώσεις στο σύστημα, οι πρόσθετες απαιτήσεις θα πρέπει να σταθμίζονται ανάλογα με το μέγεθος της τράπεζας, κατά τρόπο που να αντικατοπτρίζει τη συνεισφορά της κάθε τράπεζας στον συστημικό κίνδυνο μετάδοσης της κρίσης. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, είναι δυνατό να οδηγήσει τις τράπεζες στην αναζήτηση άλλων πηγών κέρδους, εκτός ισολογισμού. Επομένως, αν και το μέτρο αυτό μπορεί να συγκρατήσει τις αρνητικές επιπτώσεις από τη μετάδοση της κρίσης, είναι πολύ πιθανό να οξύνει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου. 

Μια επιπρόσθετη εισήγηση είναι το κόστος αποτυχίας μιας τράπεζας να το επωμίζεται πρωτίστως η ίδια η τράπεζα, δηλαδή οι μέτοχοι και οι ανασφάλιστοι καταθέτες (bail-in). Η υιοθέτηση αυτού του μέτρου θα περιορίσει σημαντικά το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου, γιατί θα ενεργοποιήσει τους καταθέτες και τους μετόχους να ελέγχουν πιο σθεναρά την εκτελεστική διεύθυνση και τις αποφάσεις της τράπεζάς τους. Από την άλλη, όμως, διακινδυνεύει την σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος μέσω της πιθανότητας μετάδοσης της κρίσης. 

Οι πιο πάνω εισηγήσεις μπορεί να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, ώστε ο συνδυασμός τους να περιορίσει δραστικά τόσο το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου όσο και τον του κίνδυνο μετάδοσης της κρίσης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του συνδυασμού των πιο πάνω μέτρων είναι η αποκρυστάλλωση από το κράτος ότι ο στόχος της κρατικής παρέμβασης δεν είναι η διάσωση προβληματικών τραπεζών αλλά η διευκόλυνση της ομαλής χρεοκοπίας τους – ελεγχόμενη χρεωκοπία - (π.χ. μέσω της μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων σε μία ενδιάμεση τράπεζα - τράπεζα γέφυρα - ή μέσω του διαχωρισμού «καλής» και «κακής» τράπεζας), και ότι το κράτος θα διασφαλίσει την σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. 

Ένας συνδυασμός των πιο πάνω εισηγήσεων εφαρμόστηκε και στην περίπτωση της Κύπρου. Ο κυπριακός τραπεζικός τομέας θα πρέπει να συρρικνωθεί δραστικά τα επόμενα χρόνια, οι τράπεζες θα πρέπει να ενισχύσουν σημαντικά τα ελάχιστα κεφαλαιακά αποθέματα τους, και οι ανασφάλιστοι καταθέτες και οι μέτοχοι θα συμβάλουν στο κόστος της διάσωσης των αποτυχημένων τραπεζών. 

Το μέλλον θα δείξει κατά πόσον το πλαίσιο της «λύσης» που δόθηκε στην κυπριακή τραπεζική κρίση θα αποτελέσει το νέο πρότυπο διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων. Πάντως, από οικονομικής άποψης φαίνεται να επιτυγχάνεται καλύτερη ευθυγράμμιση των κινήτρων των οικονομικών δρώντων (κράτους, τραπεζών και καταθετών).

Wednesday, 10 April 2013

Μείωση ενοικίων δια νόμου

Το 2007 δύο φίλοι, ο Μάριος και ο Κώστας, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μία μικρή επιχείρηση στην Κύπρο. Η κατάσταση στην αγορά ακινήτων ήταν πολύ ζόρικη τότε με την έννοια ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί διαθέσιμο κατάστημα για να στεγάσουν την επιχειρηματική τους ιδέα. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων είχαν αποκτήσει τεράστια διαπραγματευτική δύναμη λόγω της υπερβάλλουσας ζήτησης για επιχειρηματική στέγη. Αυτό αντικατοπτριζόταν και στο ύψος των ενοικίων, οι ιδιοκτήτες ζητούσαν πολλές φορές «παράλογα» ποσά για ένα κατάστημα. Ωστόσο, ο Μάριος και ο Κώστας κατάφεραν να εντοπίσουν κατάστημα και μέσα σε μερικούς μήνες η επένδυση που είχαν κάνει άρχισε να αποδίδει.

Λίγα χρόνια αργότερα έσκασε η φούσκα των ακινήτων. Ο συνδυασμός της μειωμένης κατανάλωσης και των υπερβολικών ενοικίων οδήγησε πολλές επιχειρήσεις εκτός αγοράς. Ως αποτέλεσμα, στην περιοχή που δραστηριοποιούνται σήμερα ο Μάριος και ο Κώστας περισσότερο από το 35% των καταστημάτων είναι διαθέσιμα προς ενοικίαση. Λόγω των αρνητικών εξελίξεων στη μακροοικονομική κατάσταση της οικονομίας οι δυο φίλοι αποφάσισαν να ζητήσουν διαπραγμάτευση με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος για μείωση του ενοικίου. Πίστευαν ότι ο κύριος Θεοδόσης, ιδιοκτήτης του καταστήματος, που ήταν «άνθρωπος του παζαριού» θα έδειχνε κατανόηση καθώς και η δική του επιχείρηση είδε τους τζίρους της να μειώνονται δραματικά. Προς έκπληξή τους όμως ο ιδιοκτήτης αρνήθηκε να συζητήσει οποιαδήποτε μείωση ενοικίου. Η μόνη παραχώρηση που θα μπορούσε να κάνει ήταν να μην επιβάλει αύξηση στο ενοίκιο, όπως «δικαιούται» σημείωσε, όταν θα ανανεωθεί η σύμβαση ενοικίασης.


Παρόλες τις προσπάθειες και τα επιχειρήματα που προέβαλαν για να μεταπείσουν τον ιδιοκτήτη του καταστήματος ο τελευταίος ήταν ανένδοτος. Του εξήγησαν, μεταξύ άλλων, ότι η οικονομία της Κύπρου παραπαίει με συνέπεια η κατανάλωση να μειωθεί σημαντικά. Ότι στην κτηματαγορά είχε δημιουργηθεί μία επικίνδυνη φούσκα, η οποία έσκασε και ότι τα πρόσφατα στοιχεία από την αγορά ακινήτων ήταν καταθλιπτικά. Οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να μειώνονται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Το ίδιο και τα ενοίκια. Επιπρόσθετα, προσπάθησαν να εξηγήσουν ότι μία λογική μείωση στο ύψος του ενοικίου θα ήταν επωφελής και για τα δύο μέρη – ενοικιαστή και ιδιοκτήτη. Θα διασφάλιζε την απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης τους και επομένως την συνεχή καταβολή ενοικίων στο μέλλον. Σε περίπτωση που η επιχείρηση τερμάτιζε τις εμπορικές δραστηριότητες της, χαμένος θα ήταν και ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, αφού στον ίδιο δρόμο υπάρχουν διαθέσιμα καταστήματα με ενοίκια τουλάχιστον 30% χαμηλότερα. Επομένως, το προσδοκώμενο μελλοντικό ενοίκιο δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ενοίκιο που ζητούν ιδιοκτήτες γειτονικών καταστημάτων. 

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μάριος και ο Κώστας πληρώνουν το υψηλότερο ενοίκιο της περιοχής, πέραν από 30% σε σχέση με το αμέσως επόμενο υψηλότερο ενοίκιο. Και θα μπορούσαν βέβαια να μεταφερθούν σε ένα άλλο κατάστημα της περιοχής, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν παρακινδυνευμένο λόγω της οικονομικής κρίσης. Γνώριζαν ότι το κόστος χρήματος είναι απαγορευτικά υψηλό, και ότι η στρόφιγγα των τραπεζών δύσκολα ανοίγει για να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις αυτή την χρονική περίοδο. 
Τελικά, ο Μάριος και ο Κώστας αποφάσισαν να συνεχίσουν την επιχειρηματική δραστηριότητας τους και να καταβάλλουν το ενοίκιο στον ιδιοκτήτη, όπως είχαν αρχικά συμφωνήσει, χωρίς καμία μείωση, μέχρι να «υποχρεωθούν» από την αγορά να τερματίσουν τη λειτουργία της μικρής επιχείρησης τους. 

Η πιο πάνω ιστορία είναι ενδεικτική των δυσκολιών που υπάρχουν σήμερα στην αγορά ακινήτων. Οι εν λογω δυσκολίες οφείλονται στην αποτυχία του μηχανισμού της αγοράς, είτε λόγω της υπερβολικής δύναμης που απέκτησαν οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έναντι των ενοικιαστών, είτε λόγω της ασύμμετρης πληροφόρησης μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.

Το κράτος έχει υποχρέωση να παρέμβει για να προστατεύσει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις από τύπους σαν τον ιδιοκτήτη της πιο πάνω ιστορίας, που φαίνεται είτε να μην αντιλαμβάνονται τη δυσμενή κατάσταση της κυπριακής οικονομίας, είτε να μην θέλουν να συνεισφέρουν στην κρίση παρά μόνο να εκμεταλλευτούν τους αντισυμβαλλόμενους τους. Όταν η οικονομία λειτουργούσε με ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης οι αποδόσεις στην κτηματαγορά μεγεθύνονταν, προσφέροντας σημαντικά κέρδη και αποδόσεις για τους ιδιοκτήτες της γης και των καταστημάτων. Τώρα που η κατάσταση είναι σχεδόν εκτός ελέγχου, με το ΑΕΠ να δέχεται ένα ισχυρό σοκ, λόγο της κρίσης στον τραπεζικό τομέα αλλά και της κρίσης χρέους, οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα πρέπει να συνεισφέρουν, όπως άλλωστε συνεισφέρουν και άλλες ομάδες του πληθυσμού.
Εάν η Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας κρίνει ότι μια παρέμβαση στις ιδιωτικές συμβάσεις μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών για μείωση των ενοικίων, είτε με νόμο είτε με κανονισμό, αντίκειται στο σύνταγμα, τότε η κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα με φορολόγηση των ενοικίων. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν θα πρέπει να εξαιρεθούν από την κατανομή των βαρών που δημιούργησε η κρίση στην Κύπρο. Δεν θα πρέπει να αγνοούν ότι η ευθύνη για την φούσκα των ακινήτων βαραίνει, εν μέρει, και τους ιδίους. 

Και κάτι τελευταίο, ως απάντηση στην Διεθνή Ομοσπονδία Επαγγελματιών Ακίνητης Ιδιοκτησίας (FΙABCI) η οποία εκφράζει την κάθετη διαφωνία της στην κρατική παρέμβαση για μείωση των ενοικίων. Η φούσκα των ακινήτων έσκασε, η αγορά δυσλειτουργούσε λόγω στρεβλώσεων στον μηχανισμό των τιμών. Και επειδή η αγορά δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να λειτουργήσει αποδοτικά, επειδή το σύστημα των τιμών αδυνατεί να εξισορροπήσει την προσφορά και τη ζήτηση, γι’ αυτό άλλωστε όπου κοιτάξεις βλέπεις πινακίδες με «Ενοικιάζεται», το κράτος θα πρέπει να παρέμβει. Το κράτος θα πρέπει να βοηθήσει την αγορά (κτηματαγορά) να μπει σε μία νέα τροχιά που θα οδηγήσει σε μια νέα ισορροπία, η οποία θα είναι επωφελής και για τους ιδιοκτήτες ακινήτων και για τις επιχειρήσεις, αλλά και για το σύνολο της οικονομίας. Πάντως, αν συνεχίσουν με την ίδια λογική οι επαγγελματίες ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα έχουν μέλλον στην Κύπρο, για τον απλό λόγο ότι δεν θα υπάρχει αγορά ακινήτων αφού μετά βεβαιότητας θα καταρρεύσει!
.


Υστερόγραφο: Η πιο πάνω ιστορία είναι πραγματική. Τα ονόματα, ωστόσο, είναι φανταστικά … για ευνόητους λόγους.  


Tuesday, 19 March 2013

Γενικές οικονομικές αρχές των ιδιωτικοποιήσεων

Το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων έχει προκαλέσει διαχρονικά έντονες ιδεολογικοπολιτικές αντιπαραθέσεις. Τους τελευταίους μήνες οι συζητήσεις για το ενδεχόμενο ιδιωτικοποίησης δημοσίων επιχειρήσεων βρίσκεται ψηλά στην πολιτική ατζέντα λόγω της ανάγκης εξεύρεσης χρηματικών πόρων ώστε το δημόσιο χρέος της Κύπρου να καταστεί διαχειρίσιμο. Το άρθρο αυτό επιχειρεί να διαφωτίσει τις γενικές οικονομικές αρχές που διέπουν τις ιδιωτικοποιήσεις. Συγκεκριμένα, επικεντρώνεται στην επίδραση που έχει η αλλαγή στην ιδιοκτησιακή δομή μίας δημόσιας επιχείρησης πάνω στην ανταγωνιστική της συμπεριφορά.

Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης μίας δημόσιας επιχείρησης αναδεικνύει μία θεμελιώδη διαφορά μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας επιχείρησης: την απόκλιση στόχων και επιδιώξεων. Μια ιδιωτική επιχείρηση επιδιώκει τη μεγιστοποίηση του κέρδους ενώ μια δημόσια επιχείρηση αποβλέπει (τουλάχιστον θεωρητικά) στην προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας. Κατά συνέπεια, τυχόν διαφοροποίηση στη μετοχική σύνθεση μιας δημόσιας επιχείρησης μέσω ιδιωτικοποίησης θα συνεπάγεται αλλαγή στη δομή κινήτρων της. Η αλλαγή αυτή μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους, π.χ. συρρίκνωση της παραγωγής, αύξηση τιμών, και υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων/υπηρεσιών, ώστε να εξοικονομηθεί κόστος και να βελτιωθεί η κερδοφορία. 

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το εύρος μεταβολής στη συμπεριφορά της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης συναρτάται άμεσα με την ένταση του ανταγωνισμού στην αγορά. Εάν ο ανταγωνισμός είναι αποτελεσματικός, τότε δεν αναμένεται να υπάρχει σημαντική δυσμενής επίδραση στην συμπεριφορά της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης. Αντιθέτως, η διαφοροποίηση στη μετοχική σύνθεση της είναι δυνατόν να έχει ευεργετικά αποτελέσματα, καθότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται στα πλαίσια της αγοράς, με γνώμονα τις προτιμήσεις των καταναλωτών και όχι μέσω της πολιτικής διαδικασίας. Από την άλλη, εάν η ανταγωνιστική πίεση είναι εξασθενισμένη, τότε η ιδιωτικοποίηση ενδεχομένως να έχει ουσιαστική αρνητική επίπτωση στην συμπεριφορά της επιχείρησης και την επίδοση της αγοράς γενικότερα. Για παράδειγμα, η ιδιωτικοποιημένη επιχείρηση μπορεί να επιδιώξει να καταστρατηγήσει τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού μέσω της εκμετάλλευσης των καταναλωτών ή/και τον αποκλεισμό των ανταγωνιστών της (πραγματικών και δυνητικών). Η επιτυχία τέτοιων συμπεριφορών εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα διαφόρων ανεξάρτητων αρχών του κράτους που ρυθμίζουν ή ελέγχουν τη συμπεριφορά επιχειρήσεων με σημαντική ισχύ στην αγορά (π.χ. Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, Ρυθμιστή Τηλεπικοινωνιών, Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού). Όσο πιο αποτελεσματική είναι η ρύθμιση ή ο έλεγχος, τόσο πιο περιορισμένη θα είναι η πιθανότητα παραβίασης των κανόνων του υγιούς ανταγωνισμού.

Πιο πάνω υπαινίχθηκε ότι οι αποφάσεις σε μία δημόσια επιχείρηση λαμβάνονται με γνώμονα τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής ευημερίας. Ωστόσο, συνήθως υπάρχουν και άλλες επιδιώξεις. Για παράδειγμα, οι πολιτικοί προϊστάμενοι των δημοσίων επιχειρήσεων επιδιώκουν την εκλογική επιτυχία αναπτύσσοντας πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους (π.χ. μη αξιοκρατικές προσλήψεις και προαγωγές, πλεονάζον προσωπικό). Επιπρόσθετα, οι διοικήσεις και τα διευθυντικά στελέχη των δημοσίων επιχειρήσεων συχνά αποβλέπουν στην ικανοποίηση προσωπικών επιδιώξεων (π.χ. μονιμότητα, επιρροή, κύρος). Πρόκειται για μια κλασσική περίπτωση του προβλήματος αντιπροσώπευσης (principal-agent problem), όπου ο εντολοδόχος (δημόσιος αξιωματούχος) αδυνατεί να εκτελέσει την επιθυμία του εντολέα του (πολίτες/φορολογούμενοι).

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η ιδιωτικοποίηση είναι δυνατό να επενεργήσει θετικά στην παραγωγική αποδοτικότητα της επιχείρησης μέσω π.χ. της ενίσχυσης των δυνατοτήτων παρακολούθησης και ελέγχου των διευθυντικών στελεχών, του εκσυγχρονισμού των οργανωτικών δομών και λειτουργιών των συστημάτων διοίκησης, της καλύτερης αξιοποίησης του ανθρωπίνου δυναμικού και της δημιουργίας κινήτρων αποδοτικότητας. Η πραγμάτωση των ευεργετικών αυτών αποτελεσμάτων είναι εντονότερη όταν η ιδιωτικοποίηση ενισχύει ή διευκολύνει την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στην αγορά. Όπως είναι γνωστό, μία από τις πολυσχιδείς ιδιότητες των ανταγωνιστικών δυνάμεων είναι ότι αποκαλύπτουν χρήσιμες πληροφορίες σε σχέση με το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων. Σε ένα περιβάλλον με ατελή και ασυμμετρική πληροφόρηση οι εν λόγω πληροφορίες μπορεί να διευκολύνουν τη σύγκριση της αποδοτικότητας και των επιδόσεων των ανταγωνιζομένων επιχειρήσεων. Η καλύτερη σύγκριση αφενός θα βελτιώσει τα κίνητρα για τον περιορισμό της διοικητικής πλαδαρότητας (managerial slack) και αφετέρου θα επιτρέψει την αποτελεσματικότερη ρύθμιση των αγορών από τις ρυθμιστικές αρχές (yardstick competition).

Προηγουμένως αναφερθήκαμε στα οφέλη που μπορεί να προκύψουν για την αγορά στην οποία λαμβάνει χώρα η ιδιωτικοποίηση. Ωστόσο, τα οφέλη της ιδιωτικοποίησης δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μίας συγκεκριμένης αγοράς. Μία ιδιωτικοποίηση είναι δυνατό να έχει έμμεσα πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία (π.χ. αύξηση φορολογικών εσόδων, νέες θέσεις εργασίας) μέσω αποτελεσμάτων διάχυσης (spillover effects). Η έκταση των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων είναι συνάρτηση διαφόρων παραγόντων όπως π.χ. της διασύνδεσης της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης με άλλους κλάδους της οικονομίας και του μεγέθους της βελτίωσης στην ανταγωνιστικότητας της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης. 

Καταληκτικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων είναι σύνθετο και πολυδιάστατο. Αυτοί που υπερτονίζουν ότι η ιδιωτικοποίηση συνεπάγεται απώλεια εσόδων από μερίσματα για το κράτος δεν θα πρέπει να αγνοούν ή να υποτιμούν το όφελος από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης και τα έμμεσα πολλαπλασιαστικά οφέλη που μπορεί να προκύψουν για το σύνολο της οικονομίας. Η αλλαγή στην ιδιοκτησία δεν πρέπει, ωστόσο, να αποτελεί πανάκεια. Είναι απαραίτητο η ιδιωτικοποίηση να συνοδεύεται από μια διαδικασία μετασχηματισμού και αναδιάρθρωσης της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης, άρσης των εμποδίων εισόδου στην αγορά, και ανάπτυξης του ανταγωνισμού. Εάν οι διαδικασίες ιδιωτικοποίησης δεν συνδυαστούν από τις απαραίτητες διαρθρωτικές και θεσμικές αλλαγές, τότε δεν θα αποδώσουν τα αναμενόμενα. 


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 17-3-2013)


Monday, 11 March 2013

Οι διανεμητικές επιδράσεις των ιδιωτικοποιήσεων

Η θέση ότι η αλλαγή στην ιδιοκτησία μιας δημόσιας επιχείρησης συνεπάγεται μεταβίβαση κοινωνικού πλούτου από τους πολίτες του κράτους, και ιδιαίτερα τους φορολογούμενους, προς τους νέους ιδιοκτήτες συνιστά το σημείο αφετηρίας της ανάλυσης των διανεμητικών επιδράσεων των ιδιωτικοποιήσεων. Πριν προχωρήσουμε θα ήταν χρήσιμο να γίνει διάκριση μεταξύ των άμεσων και έμμεσων διανεμητικών επιδράσεων των ιδιωτικοποιήσεων. Οι άμεσες επιδράσεις αναφέρονται στις επιδράσεις που επηρεάζουν άμεσα την ευημερία διαφόρων κοινωνικών ομάδων (π.χ. φορολογουμένων, ιδιωτών επενδυτών) λόγω αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Οι έμμεσες επιδράσεις αναφέρονται σε αυτές που επηρεάζουν έμμεσα την ευημερία διαφόρων κοινωνικών ομάδων (π.χ. υπάλληλοι, καταναλωτές), μέσω της επίδρασης που έχει η αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς πάνω στους μισθούς και τα ωφελήματα των υπαλλήλων, στις τιμές και την ποιότητα των προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρονται από την ιδιωτικοποιημένη επιχείρηση, την ένταση της διοικητικής αδράνειας, τα εμπόδια εισόδου στην αγορά και την αποτελεσματικότητα της ρυθμιστικής παρέμβασης του κράτους. 







Η πιο άμεση διανεμητική επίδραση της ιδιωτικοποίησης αφορά την τιμή πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της δημόσιας επιχείρησης προς τους ιδιώτες επενδυτές. Πώληση σε τιμή χαμηλότερη από την πραγματική αγοραία αξία συνεπάγεται άμεση μεταφορά πλούτου από τους φορολογούμενους προς τους νέους ιδιοκτήτες/μετόχους. Προβλήματα με τις τιμές πώλησης ανακύπτουν, συνήθως, κατά τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης προβληματικών δημοσίων επιχειρήσεων. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι χαμηλές τιμές συνιστούν δέλεαρ για την προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών. 

Η αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς μίας δημόσιας επιχείρησης είναι δυνατό να επιφέρει περιορισμό των εισοδημάτων και ωφελημάτων των υπαλλήλων της. Η έμμεση αυτή επίδραση της ιδιωτικοποίησης στην ευημερία των υπαλλήλων, μέσω περικοπών στα ωφελήματα τους, είναι δυνατό να αντισταθμιστεί μέσω της συμμετοχής των υπαλλήλων στο νέο μετοχικό σχήμα, και επομένως στα μελλοντικά κέρδη. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η επίδραση στην ευημερία των υπαλλήλων της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης αναδεικνύει τη σημασία της διαδικασίας και μεθοδολογίας της ιδιωτικοποίησης (π.χ. δημόσια προσφορά, πώληση μετοχών απευθείας σε ιδιώτες, πώληση μετοχών σε υπαλλήλους της επιχείρησης, εξεύρεση στρατηγικού επενδυτή). 

Μία άλλη έμμεση διανεμητική επίδραση της ιδιωτικοποίησης αφορά την ευημερία των καταναλωτών. Ο προσανατολισμός των στρατηγικών αποφάσεων της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης προς το κέρδος, αντί για την προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε συρρίκνωση της παραγωγής, ή αύξηση των τιμών, ή/και υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων/υπηρεσιών. Κρίσιμο ρόλο για την εκτίμηση της επίδρασης της ιδιωτικοποίησης στους καταναλωτές διαδραματίζει ο ανταγωνισμός στην αγορά. Η απουσία ισχυρής ανταγωνιστικής πίεσης είναι δυνατόν να επιτείνει την αρνητική επίδραση της ιδιωτικοποίησης στους καταναλωτές. Αντιθέτως, όταν υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός στην αγορά η ιδιωτικοποίηση τείνει να περιορίσει τη διοικητική αδράνεια της επιχείρησης. Στο βαθμό που η βελτίωση της εσωτερικής αποδοτικότητας της ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης θα μεταφραστεί σε πιο ορθολογικές διοικητικές αποφάσεις και καλύτερο διοικητικό έλεγχο, οι καταναλωτές αναμένεται να επωφεληθούν από την ιδιωτικοποίηση. 

Καταληκτικά, μία ολοκληρωμένη ανάλυση των διανεμητικών επιδράσεων της ιδιωτικοποίησης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την τιμή και τη διαδικασία πώλησης της δημόσιας επιχείρησης, την ένταση του ανταγωνισμού στην αγορά, και το ρόλο της ρυθμιστικής παρέμβασης του κράτους μέσω των ρυθμιστικών κλαδικών αρχών. Σε κάθε περίπτωση διαφορετική στάθμιση της ευημερία επιμέρους κοινωνικών ομάδων (π.χ. υπαλλήλων, φορολογουμένων, μετόχων, καταναλωτών) είναι δυνατό να οδηγεί σε διαφορετικό βαθμό αποδοχής ή απόρριψης της ιδιωτικοποίησης δημοσίων επιχειρήσεων. 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "O Φιλελεύθερος" της Κυριακής στις 10-3-2013)

Monday, 4 March 2013

Διαδικτυακές μηχανές σύγκρισης τιμών – ένα σύγχρονο όπλο ενάντια στην ακρίβεια

Σε ένα έντονα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον η ανταγωνιστική διαδικασία μοιάζει με κινούμενη άμμο. Η ταχύτητα μεταβολής διαφόρων παραμέτρων του ανταγωνισμού είναι τόσο μεγάλη που καθιστά αδύνατη τη σύγκριση όλων των χαρακτηριστικών των διαθέσιμων ανταγωνιστικών προϊόντων από τους καταναλωτές. Ως αποτέλεσμα, τα συμβατικά μέσα που έχουν στη διάθεση τους οι καταναλωτές, ώστε να αναζητήσουν τις πιο συμφέρουσες προσφορές (π.χ. επιτόπια επίσκεψη καταστημάτων), αποδυναμώνονται σε σημαντικό βαθμό. Η διασπορά και η ανομοιογένεια των πληροφοριών σε σχέση με τα διαθέσιμα ανταγωνιστικά προϊόντα και τις τιμές τους αυξάνει δραστικά το κόστος αναζήτησης και σύγκρισης, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να προχωρούν πολλές φορές σε υποβέλτιστες επιλογές.

Ένα εναλλακτικό εργαλείο που έχει καθιερωθεί στις ανεπτυγμένες χώρες την τελευταία δεκαετία με στόχο τη μείωση του κόστους αναζήτησης είναι οι διαδικτυακές μηχανές σύγκρισης τιμών. Οι εξειδικευμένες αυτές μηχανές περιορίζουν σημαντικά το κόστος αναζήτησης της καλύτερης διαθέσιμης προσφοράς παρέχοντας σε μηδενικό χρόνο πολύτιμες πληροφορίες σε σχέση με τις τιμές των ανταγωνιστικών προϊόντων και προσφορών. Οι εν λόγω πληροφορίες παρουσιάζονται συχνά σε αναλυτικούς συγκριτικούς πίνακες, ώστε να διευκολύνεται η προσπέλαση τους από τους καταναλωτές, και συνήθως αφορούν μία ευρεία γκάμα προϊόντων και υπηρεσιών, από τις τραπεζικές χρεώσεις μέχρι και τις συνδρομές σε γυμναστήρια.

Τα οφέλη που μπορεί να προκύψουν για τους καταναλωτές από τη χρήση διαδικτυακών μηχανών σύγκρισης τιμών είναι σημαντικά. Αφενός αναβαθμίζεται η ενεργώς συμμετοχή τους στην ανταγωνιστική διαδικασία. Αφετέρου μέσω της επεξεργασίας των πληροφοριών που προσφέρονται μπορούν να εξοικονομήσουν σημαντικά χρηματικά ποσά από την επιλογή των καλύτερων διαθέσιμων ανταγωνιστικών προσφορών. Για να κεφαλαιοποιηθούν τα δυνητικά οφέλη από τη χρήση των εν λόγω διαδικτυακών μηχανών, οι καταναλωτές, πέραν από την απλή αναζήτηση, θα πρέπει να επιλέξουν την καλύτερη διαθέσιμη προσφορά. Όσον αφορά το ποσοτικό μέγεθος του οφέλους για τους καταναλωτές από τη χρήση διαδικτυακών μηχανών σύγκρισης τιμών, μια μελέτη του Office of Fair Trading της Μεγάλης Βρετανίας (διαθέσιμη εδώ) το εκτιμά σε 150-250 εκ. στερλίνες τον χρόνο.

Παρά τα ουσιαστικά οφέλη από τη χρήση των διαδικτυακών μηχανών σύγκρισης τιμών, στην Κύπρο οι εν λόγω μηχανές δεν έχουν καθιερωθεί ως εργαλείο αναζήτησης των καλύτερων προσφορών από τους καταναλωτές. Αυτό οφείλεται κυρίως στην μη ανάπτυξη τέτοιων μηχανών σύγκρισης τιμών για προϊόντα και υπηρεσίες που αφορούν την Κύπρο. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει η ιστοσελίδα www.compareservices.com.cy. Μέσω της εν λόγω ιστοσελίδας οι κύπριοι καταναλωτές μπορούν εύκολα και γρήγορα να βρουν χρήσιμες πληροφορίες για δίδακτρα πανεπιστημίων, τραπεζικές χρεώσεις και επιτόκια, συνδρομές γυμναστηρίων, χρεώσεις που αφορούν την σταθερή και κινητή τηλεφωνία, συνδρομές πρόσβασης στο διαδίκτυο και διάφορες άλλες υπηρεσίες που προσφέρονται στην Κύπρο.


Η ενίσχυση της διαφάνεια και η απλοποίηση της σύγκριση των τιμών διαφόρων προϊόντων και υπηρεσιών αναντίλεκτα μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό όπλο ενάντια στην ακρίβεια, ιδιαίτερα σε μία περίοδο ισχνών αγελάδων. Αυτός είναι και ο κυρίαρχος σκοπός της ιστοσελίδας www.compareservices.com.cy. Να εξοπλίσει τους κύπριους καταναλωτές με ένα σύγχρονο και απλό εργαλείο ώστε να κάνουν καλύτερες και πιο πληροφορημένες επιλογές, και να αναβαθμίσει τον πολυσχιδή ρόλο τους στην ανταγωνιστική διαδικασία.